Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Διάρκεια της πτήσης και περιστροφή της Γης


Η Γη περιστρέφεται από τη Δύση προς την Ανατολή (η στροφή από αριστερά) με 1600 χιλιόμετρα την ώρα.

                                   (Δες στο you tube πώς γυρίζει η Γη).



                                                 

                                                             Ποιο θα φτάσει πιο γρήγορα;

Ας υποθέσουμε ότι ξεκινάνε την ίδια στιγμή δύο αεροπλάνα, το ένα από την Αθήνα για Ν.Υόρκη και το άλλο από Ν.Υ για Αθήνα.
Ποιο θα φτάσει πρώτο στον προορισμό του;


Για να δούμε:

Αθήνα - Ν.Υ

Όταν ξεκινάει το αεροπλάνο από την Αθήνα προς τα Δυτικά, η Γη "σπρώχνει" τη Ν.Υ προς τα Ανατολικά, άρα απομακρύνεται από το αεροπλάνο.
Επομένως, το αεροπλάνο αγκομαχά να φτάσει στη Ν.Υ που του "φεύγει".
Καταφέρνει να τη φτάσει, επειδή το αεροπλάνο τρέχει πιο πολύ από 1600 χιλ. την ώρα που τρέχει η Γη.

Ν.Υ - Αθήνα

Όταν ξεκινάει το αεροπλάνο από  τα Δυτικά (Ν.Υ.), η Γη σπρώχνει την Αθήνα προς τα Δυτικά και προς το αεροπλάνο.
Έτσι, η συνάντηση γίνεται νωρίτερα.

Υ.Γ
Φτάξε τη Γη σε ένα χαρτονάκι, σημείωσε τη Ν.Υ και την Αθήνα πάνω στη Γη και πέρασε ένα στυλό στο κέντρο της Γης.
Στρέψε τη Γη και πειραματίσου και με άλλες πτήσεις.


Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Φιλοκτήτης, Σοφοκλή - μετάφραση: Ανδρέας Λάππας (2014)


                                        Εισαγωγικό σημείωμα

Ο μύθος του Φιλοκτήτη έχει καταγραφεί στα «Κύπρια έπη» και στη «μικρή Ιλιάδα».
Τα Κύπρια έπη περιορίζονται στην εγκατάλειψη του τοξότη στη Λήμνο, ενώ στη μικρή Ιλιάδα έχουμε αναλυτική περιγραφή της επιστροφής του στην Τροία.
“Φιλοκτήτη”  έγραψαν και ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης, αλλά σώζονται μόνο αποσπάσματα.
Ο Δίων ο Χρυσόστομος έχει γράψει μελέτη, όπου συγκρίνει τις τρεις αυτές ποιητικές δημιουργίες των τραγικών.
Η πρώτη παράσταση του Φιλοκτήτη στο νεοελληνικό θέατρο έγινε το 1818 στην Οδησσό σε διασκευή του Ν. Πίκολλου με ερασιτέχνες ηθοποιούς. Η παράσταση αυτή αποτελεί και την πρώτη παρουσίαση αρχαίας τραγωδίας στο Νεοελληνικό θέατρο.
Υπάρχουν πολλές  μεταφράσεις του «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλή.
 Άλλες υπηρετούν θεατρικές ανάγκες, μερικές ακολουθούν, σε κάποιο βαθμό, τη γραμματική και συντακτική δομή του αρχαίου κειμένου και αρκετές το αποδίδουν με σχετική ελευθερία.
Προσπάθησα να αποδώσω το έργο του Σοφοκλή με απόλυτη ακρίβεια, όσο μπορεί αυτό να γίνει σ’ ένα κλασσικό κείμενο, κρατώντας τους γραμματικούς τύπους και τη σύνταξή του.
Η απόδοση των λέξεων και φράσεων στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στα λεξικά LIDDELL- SCOTT και SUIDAE.
                  Με εξαίρεση τα σημεία όπου η στιχομυθία δεν προσφέρεται, οι   
                 στίχοι είναι δεκατρισύλλαβοι και δεκατετρασύλλαβοι.
     




















                  Σχετικά με το Φιλοκτήτη
Ο Φιλοκτήτης εκστρατεύει μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες εναντίον των Τρώων, επικεφαλής επτά πλοίων με Θεσσαλούς πολεμιστές. Στο νησί Χρύση, κοντά στη Λήμνο, όπου έχει  σταματήσει ο ελληνικός στόλος για να κάνει σπονδή στο βωμό της ομώνυμης θεάς, δηλητηριώδηςΎδρα που φύλαγε το ιερό δαγκώνει στο πόδι το Φιλοκτήτη. Η πληγή του δε θεραπευόταν και ο ίδιος υπέφερε φοβίζοντας το στρατό, οπότε με προτροπή του Οδυσσέα και των Ατρειδών τον εγκαταλείπουν στη Λήμνο, όπου παραμένει δέκα χρόνια. Ωστόσο, βγαίνει χρησμός ότι δεν θα πέσει η Τροία αν δε βοηθήσει το ανίκητο τόξο του Ηρακλή, ο οποίος πεθαίνοντας το είχε χαρίσει στο Φιλοκτήτη.
                    Υπόθεση της τραγωδίας του Σοφοκλή
 Φτάνουν στη Λήμνο ο Οδυσσέας και ο Νεοπτόλεμος για να φέρουν το Φιλοκτήτη στο Ίλιο, με πειθώ ή με τη βία. Αυτός αρνείται μη θέλοντας να συμφιλιωθεί με τους ανθρώπους που του είχαν δείξει σκληρότητα και τον είχαν εγκαταλείψει πριν δέκα χρόνια. Ο Νεοπτόλεμος τον ξεγελά και του παίρνει το τόξο, αλλά μετανιώνει και του το ξαναδίνει, παρά την αντίδραση του Οδυσσέα. Προσπαθεί να τον πείσει, σαν φίλος, πια, να πάει μαζί του στην Τροία, αλλά ο Φιλοκτήτης προτιμά την ερημιά του παρά να υπηρετήσει εκείνους που τον έβλαψαν. Όμως, εμφανίζεται σαν από μηχανής θεός ο Ηρακλής, που ήδη ζούσε στον Όλυμπο, και τον πείθει να πάει στην Τροία.




         
                  
    
             
           
      

­­­­­­­­­­ Οδυσσέας
Αυτή ‘ναι η ακτή της περίβρεκτης Λήμνου,            
απ’ ανθρώπους απάτητη, δίχως κατοίκους,                  
όπου, Νεοπτόλεμε, παιδί τ’ Αχιλλέα του                      
πρώτου απ’ τους Έλληνες, το παιδί του Ποίαντα,
απ’ τον Μαλιακό, παράτησα κάποτ’ εγώ, απ’ τους
άρχοντες να κάνω αυτό προσταγμένος, για
το πόδι του που από διαβρωτική  έσταζε
αρρώστια, όταν τα θυμιάματα μπορετό δε
ήταν ν’ αγγίξουμε και ήσυχα θυσίες να
κάνουμε, μα μ’ άγριες πάντα βλαστήμιες το στρατό    10
αναστάτωνε αυτός βογγώντας και ουρλιάζοντας.
Μα γιατί πρέπει ‘γώ αυτά σε ‘σένα να λέω;
Να μακρηγορούμε δεν είναι καιρός, μήπως
πως έχω ‘ρθεί αυτός αισθανθεί και στράφι πάει
το σχέδιο, πως αυτόν να συλλάβω σκοπεύω.
Αλλά δουλειά δική σου ‘ναι τ’ άλλα να κάνεις 
και πού βρίσκεται ‘δώ σπηλιά δίπορτη να ‘βρεις,
που για τον ήλιο το χειμώνα διπλή έχει
θέση και το καλοκαίρι από διάτρητη
αυλή για το κοίμισμα αέρας φυσάει.
Από κάτω, στ’ αριστερά, νερού πόσιμου                           20
ίσως μικρή δεις πηγή, ακόμ’ αν υπάρχει.
Αυτά, σιγά προσεγγίζοντας, πες τα σε μένα,
είτε βρεις αυτόν τον τόπο εκεί, είτ’ αλλού,
τα υπόλοιπα σε ‘σένα να ‘πώ και ‘σύ να
μ’ ακούς, μπροστά να πάει το δικό μας το σχέδιο.





 Νεοπτόλεμος
Βασιλιά Οδυσσέα, μακριά δεν είναι το
μέρος που λες. Το βράχο νομίζω πως βλέπω.
Οδυσσέας
Πάνω ή κάτω; τι αυτόνε ‘γώ δεν τον βλέπω.
Νεοπτόλεμος
Πάνω και βημάτων δεν ακούγεται χτύπος. 
Οδυσσέας
Κοίτα μήπως τυχαίνει να ‘χει πέσει για ύπνο.                 30
Νεοπτόλεμος
Τόπο έρημο βλέπω και δίχως ανθρώπους.
Οδυσσέας
Δεν  υπάρχει μέσα κάποια τροφή σπιτική;
Νεοπτόλεμος
Πατημένο ‘ναι φύλλωμα σαν κάποιος να μένει.
Οδυσσέας
 Γύρω ‘ναι άδεια και τίποτ’ άλλο δεν έχει;
Νεοπτόλεμος
Ένα ποτήρι ακατέργαστο ξύλινο,
κατασκευή κάποιου κακομάστορ’ ανθρώπου
και μερικά για προσάναμμα ξύλα σωρός.     
Οδυσσέας
Όλη φανερώνεις την περιουσία εκείνου. 
Νεοπτόλεμος
Αλί! κι άλλα στη φωτιά κουρέλια στεγνώνει,
με σημάδια γεμάτα της βαριάς τoυ της νόσου.
Οδυσσέας
Ο άνδρας δείχνει  σ’ αυτόνε πως μένει τον τόπο            40
και σ’ απόσταση δε βρίσκετ’ αυτός από ‘δώ.
Άραγε, μακριά πώς θα μπορούσε να πάει
άνθρωπος που σ’ ένα μέρος του σώματος πάσχει 
από δερματική παλιότερη αρρώστια;
Έχει βγει ή για τροφής αναζήτηση ή
πραϋντικό της πληγής μήπως φύλλο τού τύχει.
Αυτόν που ‘ναι ‘δώ να γίνει κατάσκοπος στείλε
μπας κι επίθεση αιφνίδια κάνει, απ’ όλους
τους  Αργείους εμένα να πιάσει ποθώντας.


 Νεοπόλεμος
 Έρχεται και το δρομάκι αυτός θα φυλάξει.
Εσύ, όμως, κάτι άλλο αν χρειάζεσαι πες μου.
Οδυσσέας
Του Αχιλλέα ’σύ γιε, για ό,τι ‘ρθες να κάνεις                   50
σωστά να φερθείς, όχι με το σώμα μονάχα,
και,  κάτι νέο αν ακούς, δίπλα μου να ‘σαι,
κοντά μου σα φίλος να μείνεις. 
Νεοπτόλεμος
Τι, λοιπόν, εσύ με προστάζεις;
Οδυσσέας
Του Φιλοκτήτη το νου με δόλο εσύ να
πλανέψεις, με λόγια αυτόν σαγηνεύοντας.
Όταν ρωτάει ποιος είσαι κι από πού έχεις ‘ρθεί,
του Αχιλλέα γέννημα πως είσαι να πεις.
Αυτό εσύ με τίποτα να κρύψεις δεν πρέπει.
Στη δική σου πηγαίνεις τη χώρα, των Αχαιών
το στόλο αφήνοντας από μίσος μεγάλο,
γιατί, αφού με παρακάλια  μακριά απ’ το                        60
σπίτι σε ‘στείλαν, στηρίζοντας μόνο σε ‘σένα 
της Τροίας την άλωση, δεν έκριναν δίκαιο
του Αχιλλέα αυτοί να σου δώσουν τα όπλα,
που δικαιωματικά πήγες και ζήτησες,
μα ‘κείνοι στον Οδυσσέα αυτά τα προσφέραν.
Για’ μένα πες όσα θες, τις βρισιές τις χειρότερες.               
Γι αυτό πίκρα καμιά δε θα φέρεις σε ‘μένα.
Αυτά αν δεν κάνεις, τους Αργείους θα βλάψεις.
Τι, τα τόξα αν δεν πάρουμε ‘κείνου, εσύ
τη χώρα του Δάρδανου ποτέ δε θ’ αλώσεις.
Η συντροφιά του ασφαλής και σίγουρη  για                   70
‘σένα κι όχι για ‘μένα να ξέρεις πως είναι.
Εσύ δεν ταξίδεψες δεμένος με όρκο,
ούτ’ απ’ ανάγκη, με όσους πρώτοι αρμενίσαν.
Εγώ δεν μπορώ κάτι απ’ αυτά ν’ αρνηθώ.
Αν με νιώσει στα χέρια τόξα κρατώντας, σβήνω
ζημιώνοντας και ‘σέ το δικό μου το φίλο.









Όμως αυτό ακριβώς να ‘ξετάσουμε πρέπει,
αυτά τ’ ανίκητα όπλα πώς θα τα κλέψεις.                            
Ξέρω καλά, παιδί μου, πως απ’ τη φύση σου
δεν έμαθες τέτοια να λες, ούτε μ’ ύπουλο                        80
τρόπο να δρας. Μα ευχάριστο είναι τη νίκη
να παίρνεις, τόλμησε. Δίκαιοι άλλοτε θε να
φανούμε. Τώρ’ όμως για λίγο χρόνο της μέρας
το σκληρό σου σε ‘μένα φανέρωσε  πρόσωπο
και μετά, στον καιρό τον υπόλοιπο, απ’ τους
ανθρώπους ο ευσεβέστερος θε να λογιέσαι.
Νεοπτόλεμος                                                      
Γιε του Λαέρτη, όσα ν’ ακούω δε θέλω,
μισώ και να κάνω, γιατί γεννήθηκα ‘γώ
τέχνασμα πανούργο να μην κάνω κανένα,
ούτ’ εγώ  ούτ’ ο δικός μου γονιός, όπως λένε.
Μα να οδηγήσω τον άνδρα με βία κι                                 90
όχι με δόλο έτοιμος είμαι, τι αυτός δε 
μπορεί μ’ ένα πόδι να μας βάλει στο χέρι.
Μια κι όμως για συνεργάτη δικό σου μ’ εστείλαν,
εγώ δε θα ‘θελα να καλιέμαι προδότης.
Μα ν’ αποτύχω κάλιο ‘ναι, βασιλιά, με τίμιες
πράξεις, παρά να νικήσω αναίσχυντα ‘γώ. 
Οδυσσέας
Φύτρα πατέρα γενναίου, κι εγώ ο ίδιος,
όταν νιος κάποτ’ ήμουν, συνετή την είχα τη
γλώσσα, όμως το χέρι μου δραστήριο ήταν.
Από πείρα  βλέπ’ όμως πως τώρα η γλώσσα
και όχι η πράξη στους ανθρώπους δεσπόζει.
Νεοπτόλεμος
Tι άλλο τίμιο προστάζεις εμένα να ‘πώ;                            100
Οδυσσέας
Σου λέω το Φιλοκτήτη να συλλάβεις με δόλο.
Νεοπτόλεμος
Γιατί ύπουλα κι όχι με πειθώ να στον φέρω ;
Οδυσσέας
Δεν πείθεται. Με βία δεν μπορείς να τον πιάσεις.    



Πού στηρίζεται η πίστη στη μεγάλη του ισχύ ;
Οδυσσέας
Στ’ αναπόφευκτα βέλη που θάνατο φέρνουν.
Νεοπτόλεμος
Δεν είν’ επικίνδυνη η πάλη μαζί του;
Οδυσσέας
Όχι, αν με δόλο, όπως σου λέω, τον πιάσεις.
Νεοπτόλεμος
Δεν κρίνεις ξεδιάντροπο να ψεύδεται κάποιος;
Οδυσσέας
Όχι, αν τη σωτηρία τη φέρνει το ψέμμα.
Νεοπτόλεμος
Πώς λοιπόν κάποιος αυτόνε στα μάτια κοιτώντας
Μεγαλόφωνα αυτά θα τολμήσει να πει;                         110
Οδυσσέας
Δειλός να μην είσαι, αν για κέρδος σχεδιάζεις.
Νεοπτόλεμος
Ποιο το κέρδος μου αυτόν στην Τροία να φέρω;
Οδυσσέας
Αυτά μόνο τα τόξα κουρσεύουν την Τροία.
Νεοπτόλεμος
Εγώ, όπως ‘λέγαν, δε θα πάρω το κάστρο;
Οδυσσέας
Ούτε ‘σύ δίχως τούτα, ούτ’ αυτά δίχως ‘σένα.  
Νεοπτόλεμος
Έτσι αν πρέπει, λοιπόν, κυνηγός ας γινώ. 
Οδυσσέας
Αυτό αν το κάνεις εσύ, διπλά κέρδη θα φέρει.
Νεοπτόλεμος
Ποια; αν μάθω, δε θ’ αρνηθώ αυτό να τελέψω.
Οδυσσέας
Θα ‘νομασθείς σοφός και ανδρείος συνάμα.
Νεοπτόλεμος
Έστω. Αφήνοντας κάθε ντροπή θα το κάνω.                 120
Οδυσσέας
Τις συμβουλές που σε ‘σένα ΄χω δώσει θυμάσαι;
Νεοπτόλεμος
 Αφού μια κι έξω συμφώνησα, ήρεμος να ‘σαι.    


 Οδυσσέας
Εδώ πέρα ‘σύ μένοντας περίμενε ‘κείνον.
Εγώ φεύγω από ‘δώ μπας κι αυτός μ’ αντικρύσει
και πάλι στο καράβι το σκοπό θε να στείλω.
Κι εδώ, αν πως καθυστερείτε ‘γώ νιώσω, πάλι
τον ίδιο τον άνδρα θα στείλω, αλλάζοντας
με στολή ναυτικού την εμφάνιση εκείνου,
σαν άγνωστος κοντά να πλησιάσει. Παιδί, όσο
αυτός θα μιλεί μπερδεμένα, απ’ τα λόγια                        130
του πάρε όσα ‘σένα βολεύουν. Αφήνοντάς
σου όλ’ αυτά εγώ στο καράβι πηγαίνω.
Οδηγός μας ο δόλιος Ερμής, αυτός που μας
έφερε΄δώ και η Νίκη Αθηνά η Πολλιάς,
εκείνη που δικός μου σωτήρας λογιέται.
Χορός
Τι πρέπει, δέσποτα, εγώ, ξένος στα ξένα,
να κρύβω ή να λέω σε υστερόβουλο  άνδρα ;
πες μου, γιατί η σοφία εκείνου, που κρατεί                       140
το θείο του Δία το σκήπτρο, κάθε σοφία
ξεπερνάει και γνώση. Σε σένα, τέκνο μου,
η προαιώνια έχει δοθεί βασιλεία. Σε
τι, πες μου, πρέπει βοήθεια εγώ να σου δώσω.
Νεοπτόλεμος
Αν ίσως τον απόμερο χώρο που αυτός
κατοικεί ποθείς για να δεις,  με θάρρος ’σύ δες.
Κι όταν ο φοβερός οδοιπόρος θα φτάσει,
πάντα δίπλα μου βαδίζοντας σ’ αυτή τη σπηλιά,
νοιάσου στην περίσταση βοήθεια να δίνεις.


 Χορός
Για τη δουλειά ‘σύ λες, βασιλιά, που από παλιά
για το δικό σου καλό  φρόντιζα ‘γώ ν’ αγρυπνώ.          150
Σε ποιο μέρος αυτός κατοικεί τώρα πες, σε      
ποιον τόπο. Εγώ να μάθω σωστό ‘ναι, μπας
κι εμένα ξαφνιάσει  στη μέση φυτρώνοντας.
Ποιος είναι ο τόπος, ποιο να ‘ναι ‘κείνου το σπίτι;
ποιο δρόμο να πήρε, μέσα ή έξω απ’ το βράχο;
Νεοπτόλεμος
Νάτος της πέτρινης σπηλιάς ο δίπορτος οίκος.
Χορός
Αυτός ο ταλαίπωρος πού λοιπόν  να ‘χει πάει;               160
Νεοπτόλεμος
Φανερό ‘ναι πως δύσκολα κάπου κοντά τα
πόδια τα σέρνει, από ανάγκη τροφής. Έτσι,
λένε, αυτός έχει μάθει να ζει, ο δύσμοιρος,
μ’ άθλιο τρόπο με τα φτερωτά του τα βέλη
κυνηγώντας τ’ αγρίμια και για τις συμφορές
του απαντοχή δεν έχει για κάποια γιατριά.
Χορός
Τον λυπάμαι, που, δίχως άνθρωπο δίπλα και                170
φιλική θαλπωρή αυτός να ‘χει, ο άθλιος,
παντέρμος, πονάει απ’ αρρώστια αβάστακτη
και λιώνει που όσα ’χει ανάγκη στερείται.


Πώς, πώς άραγε τα βγάζει ο δύστυχος πέρα;
Ω τέχνη θεϊκή, ω των ανθρώπων δύσμοιρα γένη,
που τα δεινά σας άμετρα είναι. Χωρίς μέσα
στ΄ άριστα γένη κατώτερος να ‘ναι,  απ’ όλα                  180
στη ζωή στερημένος, έρημος κείτεται αυτός,
σε διάστικτα ή δασύτριχα άγρια θηρία
ανάμεσα, κακότυχος και στα δεινά του 
και στην πείνα αγιάτρευτες έχοντας έγνοιες.
Ανοιχτόστομη, που απ’ απόσταση φτάνει,                       190
βουνίσια ηχώ ηχεί στους πικρούς του τους βόγγους.
Νεοπτόλεμος
Τίποτα δε με ξενίζει εμένα απ’ αυτά,
τ ι έργα θεών, αν κάποια μπορώ
να ‘χω γνώμη κι εγώ, και τα δεινά του
στην άσπλαχνη Χρύσα.
Και όσα χωρίς στήριξη τώρα τραβάει,
δεν γίνονται δίχως πρόνοια κάποιου θεού,
για να  μη ρίξει στην Τροία τ’ ανίκητα θεϊκά 
του τα βέληπριν τόσος περάσει  καιρός, 
οπότε λέγεται πως απ' αυτά το Ίλιο 
πρέπει να πέσει.                                                                200
Χορός
Παιδί μου εσύ, μη μιλάς.   
Νεοπτόλεμος
Γιατί να το κάνω;  
Χορός
Στ’ αυτιά μου θόρυβος έφτασε, που πονεμένου
ανθρώπου σύντροφος είναι, εδώ ή εκεί.
Φτάνει, φτάνει πραγματική σε ‘μένα φωνή
κάποιου που χάμου δύσκολα σέρνεται και δε
διαφεύγει από ‘μένα βόγγος βαρύς μακρινός,
σπαρακτικός, γιατί ολοφύρεται ξάστερα. 


 Χορός
Αλλά, παιδί μου, να ‘χεις,...                                                    210
Νεοπτόλεμος
Πες μου, τι να ‘χω;  
Χορός
Άλλες φροντίδες, τι ο άνδρας δεν είναι μακριά
μα κοντά, όχι με φλογέρα παίζοντας άσμα
σα βοσκός που στα χωράφια του μένει, μα ή
κάπου απ’ ανέχεια σκοντάφτοντας ή βλέποντας
στον άξενο αυτόνε τον τόπο καράβι
βγάζει γόγγυσμα πόνου, που από μακριά σε
μας φτάνει, γιατί τρομακτικά εκείνος βογγά.
Φιλοκτήτης
Αλί, ξένοι. Ποιοι ‘στε κι από πού ‘σείς έχετε                      220
‘ρθεί στην ερημιά με τ’ ακρογιάλι τ’ αλίμενο;
Μέσα θα πέσω αν το γένος και τον δικό σας
ορίσω τον τόπο; τα ρούχα της λατρευτής μου
Ελλάδας φοράτε. Τη γλώσσα σας, όμως, θέλω
ν’ ακούσω. Κι από φόβο για την άγρια την όψη
μου εσείς μην τα χάσετε, μα συμπονώντας
βασανισμένο, έρμο και δύστυχο άνδρα
πείτε μου φίλοι αν είστε. Απαντήστε μου,
όμως. Δίκαιο δεν είναι από ‘σάς σ’ αυτό                            230
εγώ ν’ αποτύχω, ούτ’ εσείς από μένα.
Νεοπτόλεμος
 Ξένε, αυτό μάθε πρώτα. Έλληνες είμαστε.
Για τούτ’ όμως να σιγουρευτείς εσύ θέλεις.
Φιλοκτήτης
Ώ λατρευτή εσύ γλώσσα. Τι χαρά τέτοιου
άνδρα μετά ‘πό καιρό ν’ ακούσω τη γλώσσα.
Τέκνο, ποιος, ποιο χρέος  σ’ έφερε ’σένα; ποιος πόθος;
ποιος καλός άνεμος; Πες τα, ‘γώ να σε μάθω.   



Νεοπτόλεμος
Απ’ την περίβρεκτη κατάγομαι Σκύρο. Στην
πατρίδ’ αρμενίζω. Νεοπτόλεμο ‘μένα με                           240
κράζουν, τ’ Αχιλλέα παιδί. Τα πάντα ΄σύ ξέρεις.
Φιλοκτήτης
Πατέρα πολυαγαπημένου παιδί, χώρας
λατρεμένης ανάθρεμμα, του Λυκομήδη τού
γέρου, στη χώρα τούτη με τι έχεις φτάσει
πλεούμενο, από πού εσύ αρμενίζοντας;                                                          
Νεοπτόλεμος
Απ’ την Τροία μόλις αυτή τη στιγμή έχω ‘ρθεί.
Φιλοκτήτης
Τι ‘πες; συνταξιδευτή μας δε σε θυμάμαι
με το στόλο που πρώτος στην Τροία αρμένισε.
Νεοπτόλεμος
Αλήθεια, στην εκστρατεία πήρες μέρος κι εσύ;
Φιλοκτήτης
Παιδί, δεν αναγνωρίζεις αυτόνε που βλέπεις;
Νεοπτόλεμος
Πώς κάποιον να ξέρω που ιδωμένο δεν έχω ;                  250
Φιλοκτήτης
Ούτε τ’ όνομα, ούτε είδηση ‘σύ έχεις
 μάθει για τις συμφορές που εμέν’ αφανίσαν;
Νεοπτόλεμος
Aπ’ όσα λες μάθε πως κάτι ‘γώ δε γνωρίζω.



















Φιλοκτήτης
Θεομίσητος κι άθλιος είμαι ‘γώ που φήμη
καμιά δεν έχει πάει για τα δικά μου δεινά
στην πατρίδα και σε κάποιο απ’ της Ελλάδας τα
μέρη. Αυτοί, που με πανάθλιο τρόπο εμένα
μ΄αφήσαν, σιγογελούν, ενώ πάντα η νόσος
με λιώνει, οξύτερη φτάνει. Γιε τ’ Αχιλλέα,                     260
εγώ ‘μαι ‘κείνος που θα ‘χεις ακούσει πως του
Ηρακλή τα όπλα κατέχει, ο Φιλοκτήτης,
του Ποίαντα γιος, που οι δυο στρατηλάτες και
των Κεφαλλήνων ο ρήγας εδώ με ρίξαν
με τρόπο ανάξιο, ενώ  φοβερή μ’ έλιωνε
αρρώστια, πληγωμένος εγώ  απ’ τ’ άγριο της
ανθρωποκαταλύτρας της έχιδνας δάγκωμα.
Αφού απ’ το νησάκι της Χρύσας εδώ με στόλο
εφτάσαν, εφύγαν, σ’ αυτά τα χάλια,                               270
παιδί μου, μονάχο αυτοί παρατώντας με.                    
Με χαρά όταν μ’ είδαν σε σπηλιά στην ακτή
 να κοιμάμαι, απ’ τη θαλασσινή τη μεγάλη
αντάρα,  αφού μ’ αφήσαν εκεί, εσαλπάραν,
λίγα κουρέλια σε΄μένα πετώντας, σα σε
ζήτουλα δύσμοιρο, και λίγη τροφή, ό,τι σε
‘κείνους βρισκόταν, για λίγο συντήρηση να ‘χω.



Παιδί μου, το ξύπνημά μου ποιο νιώθεις πως ήταν
μετά απ’ το φευγιό τους; σε ποιον να δακρύσω,
τα δεινά μου σε ποιον να θρηνήσω, βλέποντας
όλα φευγάτα της αρμάδας τα πλοία και                          280
κανείς να μην έχει απομείνει, ούτε σε ‘μένα
σύντροφος να ‘ναι, ούτε σιμά να βρεθεί, τι με
βασάνιζε νόσος πικρή. Τριγύρω κοιτώντας,
για τα δεινά μου έβλεπα μόνο τη λύπη
κι αυτή πολύ απλόχερη ήταν, παιδί μου.
Ο χρόνος μου με το χρόνο περνούσε και κάτω
απ’ την ταπεινή μου σπηλιά για τις ανάγκες
μου μόνος έπρεπε ΄γώ να φροντίζω. Το τόξο
αυτό της τροφής της κοιλιάς  είχε το χρέος
τα φτερωτά αγριοπερίστερα βάλλοντας.
Όμως, σ’ ό,τι φτερωτό θα χτυπούσε το τόξο                 290
εγώ ο δυστυχής θα σερνόμουν, τραβώντας
αυτό το πόδι μου τ’ άθλιο. Αν έπρεπε για
νερό να πάω και κάποιο ξύλο να κόψω,
όταν ο πάγος είχε το χειμών’ απλωθεί,
αυτά μπουσουλώντας ο άμοιρος τα ‘κανα.
Ύστερα, δεν είχα φωτιά και τρίβοντας πέτρα
με πέτρα φανέρωνα τη φλόγα την άφαντη,
που ‘φερνε το δικό μου σωσμό. Γιατί στο
κατοικημένο μου σπίτι όλα η φωτιά
τα προσφέρει σε ‘μένα εκτός την υγειά μου.
Για το νησί έλα τώρα να μάθεις, παιδί μου.                     300
Θεληματικά δε φτάνει ‘δώ ναύτης κανένας. 
Ούτ’ όρμος υπάρχει όπου κέρδος θε να ‘χει
περιπλέοντας κάποιος ή φιλόξενος να΄ναι.
Συνετοί δεν είναι όσοι ‘δώ αρμενίζουν.


 Ίσως, βέβαια, κάποιος αθέλητα να ‘ρθει.
Πολλοί άνθρωποι, στα πάμπολλα χρόνια, συνέβη
έτσι να ‘φτάσαν. Αυτοί, παιδί μου, σαν έλθουν
λόγια παρήγορα λένε και, κάποτε, λίγη
τροφή οίκτου ‘δώσαν ή ρούχο σε ‘μένα.
Όταν, όμως, ζητήσω, κανένας στην πατρίδα                 310
να με πάει δε θέλει  και τυραννιέμαι ο
άμοιρος για δέκατο χρόνο από πείνα
και βάσανα, καταλύτρα έχοντας νόσο.
Αυτά, παιδί μου, οι Ατρείδες και η βία
του Οδυσσέα μού τα ‘καναν και άμποτε
οι θεοί οι ολύμπιοι σε ‘κείνους να δώσουν
όσα κι εγώ μεγάλα έχω πάθει δεινά.      
Χορός
Του Ποίαντα τέκνο, την ίδια κι εγώ με τους
ξένους που ‘φτάσαν εδώ συμπόνοια σού δείχνω.
Νεοπτόλεμος
Πως αληθινά ‘ναι ό,τι ‘πες κι ο ίδιος το                            320
ξέρω, γιατί  με τους κακούς έχω συντύχει
τ’ Ατρέα τους γιους και τ’ Οδυσσέα τη βία.    
Φιλοκτήτης
Αλήθεια, λοιπόν, μίσος έχεις για τους κακούργους
Ατρείδες οργισμένος για όσα σού ‘κάναν;
Νεοπτόλεμος
Εκδίκηση κάποτε μακάρι να πάρω κι
έτσι οι Μυκήνες κι η Σπάρτη να μάθουν καλά
μάνα ανδρών επιφανών και η Σκύρος πως είναι.
Φιλοκτήτης
Σωστά, παιδί μου, μιλάς. Όμως, γιατί ‘ρθες
εδώ τόσο πολύ γι αυτούς εσύ οργισμένος;
Νεοπτόλεμος
Του Ποίαντα τέκνο, θα πω, αμέσως θα πω                     330
όσα φθάνοντας απ’ αυτούς έχω πάθει, όταν
να χαθεί ο Αχιλλέας το ‘φερε η μοίρα.
Φιλοκτήτης
Αλί.  Άλλα μην πεις, αυτό πρώτα πριν μάθω.
Στ’ αλήθεια, του Πηλέα ο γόνος έχει χαθεί;



Νεοπτόλεμος
Έσβησε από τόξο θεού, όπως λεν, κι όχι
ανδρικό, αφού ο Φοίβος τον έχει δαμάσει.
Φιλοκτήτης
 Κι ο φονιάς κι ο νεκρός ευγενής. Τέκνο μου,  
λογιέμαι για το δικό σου να ρωτήσω πρώτα
το πάθημα ή για ‘κείνον εγώ να στενάξω.
Νεοπτόλεμος
Άμοιρε, νιώθω πως σ’ αρκούν τα δεινά τα δικά             340
σου και  βόγγο για τα ξένα ‘σύ να μην έχεις.
Φιλοκτήτης
 Άδικο δεν έχεις εσύ. Πες πάλι τον δικό
σου τον πόνο, πόσο πικρά ‘κείνοι σού ‘χουν φερθεί.
Νεοπτόλεμος
 Με καράβι πολυπλούμιστο ήρθαν σε μένα
ο ’δυσσέας ο θείος και μαζί μ’ αυτόν του
δικού μου πατέρα ο τροφός και μου λέγαν,
αλήθεια ή ψέμμα, πως αφού ο γονιός ο
δικός μου εχάθη γραφτό δεν είναι άλλος
από μένα της Περγάμου το κάστρο να πάρει.
Αυτά, ξένε, σαν είπαν, γρήγορα ν΄αρμενίσω
δε δίστασα, πιο πολύ απ’ τον πόθο άθαφτο                    350
τον νεκρό ν’ αντικρύσω, τι εκείνον δεν είχα
ποτέ μου ανταμώσει. Συνάμα, κι άλλον καλό
εγώ ‘χα ’να λόγο, αν εκεί ταξιδεύοντας
μπορούσα της Περγάμου τα κάστρα να ρίξω.
Του ταξιδιού μου η δεύτερη ήταν ημέρα
και στο μισητό Σίγειο με ούριο έφτασα           
άνεμο. Κι ευθύς, σαν βγήκα, όλος σε κύκλο
ο στρατός χαιρετούσε και πως ξαναβλέπουν
ζωντανό το νεκρό Αχιλλέα ορκιζόνταν.
Εκείνος κειτόταν νεκρός. Κι εγώ, αφού τον
έκλαψα ο δύσμοιρος, σε λίγο στους Ατρείδες                   360
σα φίλος, ως νόμιζα, τραβώντας, του γονιού
μου τα όπλα ζητούσα κι ό,τι άλλο απ’ αυτόν
είχε μείνει. Κι αυτοί αισχρά μού ‘πανε λόγια:


τ’ Αχιλλέα ‘σύ φύτρα, του γονιού σου τ’ άλλα
να πάρεις μπορείς, τα όπλα όμως εκείνου
άλλος τώρα κατέχει, του Λαέρτη ο γιος.
Κι εγώ, δακρυσμένος, πετιέμαι γεμάτος μ’
οργή και μ’ αβάσταχτο πόνο σε ‘κείνους μιλώ: 
άθλιοι, τολμήσατε κρυφά σε ξένο κι όχι
σε ‘μένα τα δικά μου τα όπλα να δώστε;                          370
κι ο ‘δυσσέας, που ‘κεί κοντά έτυχε να ‘ναι,
αυτά σε ‘μένα μ’ απάντησε: ναι, τέκνο μου,
δίκια αυτοί σε μένα τα ‘δώσαν, αφού ‘κείνον
εγώ κι αυτά έχω σώσει. Στην οργή μου, μ’ όλες
τις βρισιές αυτόνε τον πρόσβαλα, δίχως καμιά
να ξεχάσω, τι θα ‘παιρνε εκείνος τα όπλα μου.
 Και σ’ αυτό το σημείο αυτός φτάνοντας,
χωρίς να ‘ναι οργίλος, απ’ τα δικά μου τα
λόγια θιγμένος,  έτσι ‘πε: δεν ήσουν εκεί
που ‘μαστε ‘μείς, μα ‘κεί που δεν έπρεπε να ‘σαι. 
Κι αφού βρωμόστομος είσαι, ποτέ για τη Σκύρο            380
δε θ’ αρμενίσεις αυτά κρατώντας τα όπλα.
Ακούγοντας τέτοια αισχρά κι από ντροπή στη
χώρα μου πάω, στερημένος όσα μ’ ανήκουν
απ’ του ‘δυσσέα τις πονηριές του πανάθλιου.
Ευθύνες μικρότερες σε ‘κείνονε ρίχνω και
πιο πολλές στους ηγέτες, τι ο στρατός κι όλη η
πόλη στους αρχηγούς τους ανήκουν. Όσοι, όμως,
άνθρωποι σφάλλουν, ποταπούς οι συμβουλές των
δασκάλων τούς κάνουν. Ό,τι ‘χα να πω,΄γώ το ΄πα.
Όποιος τ’ Ατρέα τους γιους αποστρέφεται, στους
θεούς και σε μένα φίλος εξ ίσου θε να ’ναι.                     390
Χορός
Ορεινή γη που όλους τους τρέφεις, μάνα του ίδιου
του Δία, που πολύχρυσο κάνεις τον Πακτωλό
τον μεγάλο, σεβαστή μάνα, εσένα ‘γώ
επικαλιόμουν, όταν πάνω σ’ αυτόν όλη
των Ατρειδών έπεφτε η ύβρις, τα πατρικά
σαν έδωσαν όπλα, μεγάλη για το γιο τού   
Λαέρτη τιμή, αλίμονο, σεβαστή, που                                  400
σε ταυροκτόνα λιοντάρια κάθεσαι πάνω.



 Φιλοκτήτης
Ξένοι, όπως φαίνεται, πλεύσατε ‘δώ φανερά
έχοντας της οργής τα σημάδια και μαζί μου
σύμφωνοί ΄στε πώς αυτά είναι των Ατρειδών
και του ‘δυσσέα δουλειές. Κάθε κακογλωσσιά
και πονηριά ξέρω καλά πως έχει στη γλώσσα,
απ’ όπου στο τέλος καμιά δικαιοσύνη
δεν πρόκειται να ‘βγει. Μα σε ‘μένα περίεργο
διόλου δεν είναι, όσο αν αυτά τ’ ανεχόταν,                     410
εκεί σιμά αν βρισκόταν, ο Αίας ο μέγας.
Νεοπτόλεμος
Εκείνος τότε δε ζούσε. Ποτέ τα όπλα
δε θα ‘χαν’ αυτά  στη ζωή εκείνος αν ήταν.
Φιλοκτήτης
Τι ‘πες; αλήθεια έχει πια πεθάνει αυτός;
Νεοπτόλεμος
Μάθε πως εκείνος δε βρίσκεται πλέον στο φως.
Φιλοκτήτης
Αλί ο άθλιος. Του Τυδέα ο γόνος και του
Σίσυφου ο γιος, που στο Λαέρτη πουλήθηκε,
δεν έχουν χαθεί. Δεν τους έπρεπε ‘κείνοι να ζουν.  
Νεοπτόλεμος
Και βέβαια όχι. Να ξέρεις και τούτο λοιπόν.
Έχουν μεγάλη ισχύ στο στρατό των Αργείων.               420
Φιλοκτήτης
Ο Νέστορας απ’ την Πύλο, ο παλιός κι αγαθός
σύντροφός  μου, πες μου, δε ζει; αυτός στα αίσχη
με συμβουλές φρονιμάδας εμπόδιο τους ήταν.
Νεοπτόλεμος
Δύσμοιρος αυτός, τι, σαν ‘χάθη ο Αντίλοχος,
έσβησ’ ο γιος που ‘ταν η δική του ελπίδα. 
Φιλοκτήτης
 Αλίμονο, δυο απ’ αυτούς τους άνδρες μού ‘πες
που δε θα ‘θελα ’γώ πως χαθήκαν ν’ ακούω.
Αλί, αλί. Γιατί πρέπει να σκέφτομαι ‘γώ
πως αυτοί ζωντανοί πια δεν είναι, όμως ζει ο
Οδυσσέας κι ενώ θα ‘πρεπε αντί για  ‘κείνους                430
αυτόν ν’ ακούμε πως βρίσκεται πια στους νεκρούς;





Νεοπτόλεμος
Σοφός παλαιστής είν’ αυτός, όμως και οι σοφές
συμβουλές, Φιλοκτήτη, συχνά εμπόδια βρίσκουν.
Φιλοκτήτης
Μα πες μου, στους θεούς, πού βρισκόταν ο Πάτροκλος
που λατρεμένος του γονιού σου ήτανε φίλος;
Νεοπτόλεμος
Δε ζούσε κι αυτός. Αυτό με λίγα λόγια θε
να σου πω. Ο πόλεμος θεληματικά άθλιον
κανέναν δεν παίρνει, τους χρηστούς ,όμως, πάντα.
Φιλοκτήτης
Συμφωνώ μ’ όσα λες. Και πάνω σ΄αυτό, λοιπόν,
εσένα ρωτώ: πού βρίσκεται ο ανάξιος ο
άνδρας που ρήτορας και σοφός, όμως, είναι;                   440
Νεοπτόλεμος
Ποιον, παρά τον Οδυσσέα  μπορεί να εννοείς;
Φιλοκτήτης
Δε μιλάω γι αυτόν, μα ‘ταν κάποιος Θερσίτης,
που δεν τ’ άρεσε μόνο μια φορά να μιλάει
εκεί όπου κανείς δεν τον άφηνε. Σχετικά
μ’ αυτόν, γνωρίζεις αν τυχαίνει μήπως να ζει;
Νεοπτόλεμος
Δεν τον είδα, ήξερα στη ζωή πως βρισκόταν.
Φιλοκτήτης
Φυσικό, αφού κανένα δε χάνετ’ αισχρό,
μα τα φροντίζουν καλά οι θεοί. Χαίρονται
να ξαναφέρνουν απ’ τον Άδη τα πονηρά
και τα δόλια, ενώ πάντα γκρεμίζουν τα χρηστά            450
και τα δίκια. Πώς πρέπει αυτά να τα κρίνω,
πώς πρέπει να τους δίνω επαίνους, όταν τα
θεία υμνώντας άδικους τους θεούς αισθανθώ;


 Νεοπτόλεμος
Εγώ, παιδί του Οιταίου πατέρα, στο εξής
θα φροντίσω από μακριά το Ίλιο και τους
Ατρείδες να βλέπω. Όσο απ’ τον καλύτερο
ο χειρότερος πιο πολύ ωφελείται, τα
δίκαια γκρεμίζονται  και μετρά ο δειλός,
τους άντρες αυτούς εγώ ποτέ δε θα στέρξω.
Όμως, η πετρώδης η Σκύρος από ‘δώ και
εξής θα μου φτάνει, το δικό μου να χαίρομαι                  460
σπίτι. Τώρα, όμως, στο πλοίο θα πάω και ‘σύ,
του Ποίαντα γιε, χαίρε τα μέγιστα, χαίρε
κι οι θεοί απ’ τη νόσο εσένα να σώσουν,
όπως το θες. Ας πάμε ‘μείς. Όταν ο θεός
ούριο άνεμο στείλει, εμείς ανοιγόμαστε.
Φιλοκτήτης
Φεύγετε κιόλας, παιδί μου;
Νεοπτόλεμος
Η ώρα μάς καλεί  από κοντά κι όχι μακριά
εμείς για το δικό μας μισεμό να νοιαστούμε. 
Φιλοκτήτης
Στου πατέρα και της μητέρας σου τ’ όνομα, 
παιδί μου, και σ’ ό,τι αγαπητό στην πατρίδα
έχεις εσύ, ικέτης προσπέφτω, μη μ΄αφήνεις                     470
 μονάχο, έρμο στις συμφορές μου που βλέπεις
και σ΄όσες έχεις ακουστά που πόνο μού δίνουν.
Σαν πάρεργο πάρε με. Το σήκωμα αυτού του
βάρους δύσκολο ξέρω πως είναι. Μα, άντεξε.
Για τους γενναίους το αισχρό μισητό ‘ναι και το
τίμιο είν’ ένδοξο. Αν αυτό παραλείψεις,
θα ‘ναι για σένα ντροπή, αν όμως το κάνεις,
δόξας μεγάλο βραβείο, αν στης Οίτης τη γη
ζωντανός θε να φτάσω. Εμπρός. Η στενοχώρια
σου δε θα πάρει μια ολόκληρη μέρα. Τόλμα,                     480
βάλε με ΄σύ όπου θες, στην αντλία, στην πλώρη,
ρίχνοντάς με στην πρύμνη, εκεί που τους άλλους
ελάχιστα μπορεί να ενοχλήσω. Συμφώνησε,
παιδί μου, δέξου, στ’ όνομα του ικέσιου Δία.
Στα γόνατά σου προσπέφτω, παράλυτος αν
κι είμαι ο δύστυχος, σακάτης, μη μ΄αφήνεις
τόσο έρμο χωρίς αχνάρι ανθρώπων, μα
σώσε με ή στη γη σου εμένα οδηγώντας
ή στου Χαλκόδοντα του Ευβοέα τη χώρα. 
 Κι από ‘κεί το ταξίδι μου μεγάλο δε θα ‘ναι                     490
στην Οίτη και στις κορφές της Τραχίνας και στον
Σπερχειό τον καλίρροο. Στον αγαπητό για να
δώσεις εμένα γονιό, που μήπως  από καιρό
μού ‘χει πεθάνει φοβάμαι, τι παραγγελιές
εγώ πολλές τού΄χω στείλει  μ’ όσους εφτάναν
στέλνοντας ικετευτικές παρακλήσεις, εδώ
αφού φτάσει ο ίδιος, τη ζωή μου να σώσει
εμένα στην πατρίδα μου φέρνοντας. Μα ή
έχει πεθάνει ή οι αγγελιοφόροι, όπως
φυσικό ‘ναι, νομίζω, αδιάφοροι για το
δικό μου το ζήτημα, το ταξίδι για την
πατρίδα εβιάζαν. Τώρα, όμως, σε ‘σένα
για οδηγητή κι αγγελιοφόρο προσπέφτω                        500
και σώσε με, σπλαχνίσου με, βλέποντας μες σ’ όλα
τα δεινά και τους κίνδυνους η ευτυχία
κι η δυστυχία των ανθρώπων πως βρίσκεται.
Μα, όταν απ’ τα βάσανα κάποιος μακριά ‘ναι,
τις συμφορές αυτός έχει χρέος να βλέπει
και, όταν καλότυχος είναι, να ‘χει στο νου του
μήπως αναποδιά απρόσμενη τύχει σ’ αυτόν.  
Χορός
Λυπήσου αυτόν, βασιλιά. Βάσανα ιστόρησε
από πολλά δεινά ανυπόφορα, που μη
δοκιμάσει απ’ τους δικούς μου τους φίλους κανείς.
Αν, όμως, εσύ, βασιλιά, μισείς τα σκληρά τα                     510
παιδιά του Ατρέα, εγώ εκείνων τα έργα
τ’ αναίσχυντα σε κέρδος γι αυτόν μεταστρέφοντας
θα τον στείλω στη δική του πατρίδα, όπου
πεθυμιά ‘χει να πάει, με καράβι γοργό
καλοτάξιδο, φεύγοντας των θεών την οργή.
Νεοπτόλεμος
Κοίτα μήπως, ενώ τώρα απλόχερος είσαι,
όταν απ’ την ανυπόφορη χολοσκάσεις                             520
αρρώστια, τα δικά σου αθετήσεις τα λόγια.
Χορός
 Όχι.  Αυτήν την ντροπή δε θα μπορέσεις ποτέ
να μου ρίξεις δίκαια εμένα δικάζοντας.



 Νεοπτόλεμος
‘Όμως, ντροπή ‘ναι να φανώ στην περίσταση
πως νοιάζομαι ‘γώ για τον ξένο από σένα
λιγότερο. Αλλά, αν θέλεις, ας φύγουμε, ας
‘τοιμαστεί γρήγορα το πλοίο γι’ απόπλου και
το καράβι θα μας πάει και δε θ’ αρνηθεί.
Μόνο οι θεοί να μας σώσουν και απ’ αυτή τη
γη κι όπου από ‘δώ να πάμε θελήσουμε.
Φιλοκτήτης
Αγαπημένη μέρα, γλυκύτατε άνδρα, φίλοι                      530
ναύτες, πώς εγώ θα μπορούσα μ’ έργα να δείξω
πόσο ευγνώμων σάς είμαι; πάμε, παιδί μου,
το ακατοίκητο χαιρετώντας μου σπίτι,
για να μάθεις πώς έζησ΄ εγώ και τι θάρρος
απ’ τη φύτρα μου έχω. Σκέφτομαι πως άλλος
κανένας εκτός από μένα δε θ’ άντεχε 
ακόμα κι αν μόνο τα ‘χε δει με τα μάτια.
Τα δεινά ν’ αντέχω μ’ έχει μάθει η ανάγκη.    
Χορός
Σταθείτε να μάθουμε, τι δυο άνδρες ερχόνται,
του καραβιού σου ναύτης ο ένας και ξένος                     540
ο άλλος. Γι αυτούς αφού μάθουμε, μπαίνουμε.
Έμπορος
Παιδί τ’ Αχιλλέα, τον σύντροφό σου αυτόν,
που στο καράβι σου μ’ άλλους δυο φρουρός ήταν,
πού ‘σουν να μου πει  παρακάλεσα, όταν
αναπάντεχα, τυχαία ‘κείνον συνάντησα,
αφότου σε τούτο τ’ ακρογιάλι προσάραξα.
Απ’ την Τροία σα ναύκληρος με μικρό για την
πατρίδα πλέοντας στόλο, την καλοστάφυλή
μου Πεπάρηθο, όταν τους ναύτες άκουσα να 
λεν όλοι συνταξιδευτές δικοί σου πως ήταν,                   550
να μη σαλπάρω σκέφτηκα πριν σου μιλήσω,
επειδή τύχη παρόμοια  με ‘σένανε είχα.
Τίποτα για όσα σε αφορούν δε γνωρίζεις,
ποιες είναι οι νέες των Αργείων οι σκέψεις,
κι όχι μόνο βουλές, αλλ’ έργα που σ’ ενέργεια
έχουνε μπει, ν’ αργοπορήσουν δεν πρόκειται. 



Νεοπτόλεμος
Ξένε, η πληρωμή για την πρόνοια σου, αν δε
γεννήθηκ’ αχάριστος, πάντα θα ‘ναι στο νου μου.
Όμως, όσα μού ‘πες εξήγησε, να μάθω
ποιο νέο σχέδιο των Αργείων ξέρεις για μένα.               560
Έμπορος
Καταπόδι σου διώκτες σου είναι με στόλο  
ο γέρο Φοίνικας και τα παιδιά του Θησέα.
Νεοπτόλεμος
Να μ’ οδηγήσουν πίσω με πειθώ ή με βία;
Έμπορος
Δεν ξέρω. Είμαι ‘δώ λέγοντάς σου όσ’ άκουσα.
Νεοπτόλεμος
Ο Φοίνικας κι οι συντροφοί του τα κάνουν με
τόση σπουδή για χάρη των παιδιών του Ατρέα;
Έμπορος
Μάθε πως αυτά δε θα γίνουν, μα γίνονται  ήδη.
Νεοπτόλεμος
Πώς δε φρόντισε να πλεύσει ο ‘δυσσέας, ο ίδιος
αυτά για να πει; ή κάποιος τον κράτησε φόβος ;
Έμπορος
Εκείνος και του Τυδέα ο γιος άλλον άνδρα                     570
στο κατόπιν τους πήραν, όταν έφυγα ‘γώ.
Νεοπτόλεμος
Ποιον να ‘βρει αρμένισε ο ‘δυσσέας ο ίδιος;
Έμπορος
Υπήρχε κάποιος…– μα πρώτα πες μου ποιος είναι
αυτός . Αν το φανερώσεις, πες το σε μένα σιγά.
Νεοπτόλεμος
 Ξένε, ο Φιλοκτήτης ο ένδοξος είναι.
Έμπορος
Τώρα πια εμένα πιο πολλά μη ρωτάς, μα όσο
μπορείς πιο γοργά φύγε απ’ αυτήνε τη γη.
Φιλοκτήτης
 Παιδί μου τι λες; τι σε ΄μένα τώρα σκαρώνει
κρυφομιλώντας αυτός ο ναύτης με ‘σένα;



Νεοπτόλεμος
Δεν ξέρω, ακόμα, τι  λέει. Αυτός, όμως,                            580
ό,τι έχει να πει, να φανερώσει αυτό
είν’ ανάγκη σ’ αυτούς και σε ‘σένα και ‘μένα.
Έμπορος
Παιδί τ’ Αχιλλέα, εμένα στο στρατό μη
διασύρεις, όσα δεν πρέπει προτρέποντάς με
να πω. Έχω οφέλη απ΄ εκείνους για χάρες
που κάνω, αυτά που κάνει ένας άντρας φτωχός.
Νεοπτόλεμος
Εγώ ‘μαι μισητός στους Ατρείδες κι αυτός είναι
φίλος μεγάλος, γιατί μισεί τ’ Ατρέα τους γιους.
Αφού, λοιπόν, ήρθες σε μένα σα φίλος, απ’ τα
λόγια που πήραν τ’ αυτιά σου μην κρύψεις κανένα.
Έμπορος
Σκέψου τι κάνεις, παιδί μου.
Νεοπτόλεμος
Πολύ μελετημένο αυτό εγώ το ‘χω.
Έμπορος 
Υπεύθυνο θε να καταστήσω εσένα γι’ αυτά.                   590
Νεοπτόλεμος
Ρίξε μου ‘σύ την ευθύνη, όμως μιλώντας.
Έμπορος
Μιλώ. Οι άνδρες που ‘χεις ακούσει, του Τυδέα
ο γιος κι ο ‘δυσσέας ο βίαιος, προς αυτόν
ορκισμένοι να τον πάρουν αρμενίζουν ή
με το ζόρι ή πείθοντάς τον με λόγια. Κι αυτά 
όλοι οι Αχαιοί καθαρά ‘χουν ακούσει να  
τα λέει ο ‘δυσσέας. Κι είχε πιο πολλή πίστη
απ’ τον άλλον πως αυτός θα τελέψει το έργο.               600


 Νεοπτόλεμος
Γιατί οι Ατρείδες, ύστερα από τόσον καιρό,
πεισματικά, αναζητούν αυτόν που για χρόνια
παρατημένο τον είχαν; ποιος τούς κίνησε                       
πόθος; ή η ισχύς και των θεών η οργή,
που τα ξεδιάντροπα δεν τους αρέσουν τα έργα;
Έμπορος
Εγώ σε ‘σένα τα πάντα θα πω, γιατί ίσως
δεν τα ‘χεις ακούσει. Από ευγενικό γένος
κάποιος μάντης υπήρχε, γιος του Πριάμου, τον
λέγανε Έλενο, που βγαίνοντας μόνος τη
νύχτα τον έπιασε ο πονηρός ο ‘δυσσέας,
αυτός που χλευαστικές και κουβέντες αισχρές
πάντα του ακούει. Φέρνοντάς τον δεμένο στους
Αχαιούς παρουσίασε, κυνήγι καλό.
Για όλα χρησμοδότησ’ εκείνος και πως ποτέ                   610
δε θα πάρουν της Τροίας τα κάστρα, αυτόν αν δε
φέρουν, πείθοντάς τον με λόγια, απ’ το νησί που
τώρα αυτός κατοικεί. Κι αυτά που ο μάντης
εμάντεψε σαν άκουσε του Λαέρτη ο γιος,
ευθύς στους Αχαιούς υπόσχεση δίνει τον
άνδρα αυτόν οδηγώντας μπροστά σε ‘κείνους να
φέρει. Πίστη ‘χε θεληματικά πως θα ‘ρχόταν,
αν όμως δεν ήθελε, χωρίς τη δική του τη
θέληση. Κι αν αυτά δεν κατάφερνε, όποιον
ήθελε άφηνε την κεφαλή να του κόψει.
Παιδί μου, τ΄ άκουσες όλα. Να σπεύσετε, λέω                620
σ’ αυτόν και σε ‘σένα και σ’ όποιον άλλον σε νοιάζει.
Φιλοκτήτης
Αλί μου, ο δύστυχος. Αλήθεια, εκείνος,
η συμφορά η απόλυτη, στους Αχαιούς
με πειθώ να με πάει ορκίστηκε; θα πεισθώ
τόσο, όσο εγώ απ’ τον Άδη νεκρός θ’
ανέβω στο φως, όπως ο δικός του πατέρας.
Έμπορος
Αυτά εγώ δεν τα ξέρω. Πάω στο καράβι
και το καλύτερο ας κάνει γι αυτά ο θεός.




Φιλοκτήτης
Αυτά, τέκνο, φοβερά δεν είναι, να ελπίζει
ο γιος τού Λαέρτη πως με γλυκόλογα στο
πλοίο οδηγώντας με στους Αργείους μπροστά               630
θα με φέρει; όχι. Πιο εύκολα θα ΄κουγα την
πολυμίσητη έχιδνα, αυτή που με ‘χει
δίχως πόδι αφήσει. Όμως, όλα ‘κείνος
να τα λέει και να τολμάει μπορεί. Τώρα,
το λόγο που θα ΄ρθει τον ξέρω. Παιδί μου, ας
φύγουμε, πολύ πέλαγος απ’ τ’ Οδυσσέα
το καράβι να ‘χουμε ανάμεσα. Εμείς ας
σαλπάρουμε.Το έγκαιρο αρμένισμα, σαν το
έργο τελειώσει, ύπνο και ξεκούραση φέρνει.
Νεοπτόλεμος
Όταν δε χτυπάει την πλώρη ο άνεμος,
τότε θα φύγουμε. Τώρα, αντίθετος είναι.                         640
Φιλοκτήτης
Καλά αρμενίζεις, απ’ τα δεινά αν ξεφεύγεις.
Νεοπτόλεμος
Ναι, όμως και σε ‘κείνους αντίθετος είναι.
Φιλοκτήτης
Για τους ληστές δεν υπάρχει ενάντιος άνεμος,
αν  να κλέψουν, ν’ αρπάξουν με βία θελήσουν.
Νεοπτόλεμος
Ας φύγουμε, όμως, αν θες, από μέσα ό,τι θέλεις
και ό,τι ‘ναι για ‘σέ ποθητό αφού πάρεις.
Φιλοκτήτης
Υπάρχουν κάποια που θέλω, αν κι όχι πολλά.
Νεοπτόλεμος
Τι ‘ναι που δεν υπάρχει στο δικό μου το πλοίο;
Φιλοκτήτης
Ένα βοτάνι, που με ‘κείνο την πληγή μου
κοιμίζω, ηρεμία στον πόνο να δίνω.                                   650
Νεοπτόλεμος
Φέρτο. Τάχα τι άλλο ‘σύ να πάρεις ποθείς;
Φιλοκτήτης
Μήπως παράπεσε κάποιο απ’ τα δικά μου
τα βέλη, να μην τ’ αφήσω και κάποιος το πάρει.
Νεοπτόλεμος
Αυτά που κρατάς είναι τα ένδοξα τόξα;
Φιλοκτήτης
Αυτά, τι άλλα δεν είναι, μόν’ αυτά που κρατώ.  


 Νεοπτόλεμος
Μ’ αφήνεις από κοντά αυτά να κοιτάξω,
να τα κρατήσω σαν σε θεό  να προσπέφτω;
Φιλοκτήτης
Παιδί μου, γι’ αυτό και ό,τι άλλο δικό μου
χρήσιμο σού ‘ναι, τη χάρη ‘γώ θα σου κάνω.  
Νεοπτόλεμος
Και βέβαια το θέλω, αυτός είν’ ο πόθος μου.                  660
Αν θεμιτό ‘ναι, θα ‘θελα. Αλλιώς, άφησέ το.
Φιλοκτήτης
 Και δίκαια μιλάς και ‘σένα σού αξίξει,
αφού μόνος με σύντρεξες αυτό το φως του ήλιου
να βλέπω, τη γη της Οιταίας να δω, το γέρο
πατέρα, τους φίλους, που από κάτω εμένα
με σήκωσες, όπου μ΄ είχανε ρίξει οι εχθροί
μου. Να ‘χεις θάρρος, αυτά στο χέρι σου ΄ναι και να
τ’ αγγίξεις και σ’ αυτόν να το δώσεις που στο΄δωσε
και να καυχιέσαι πως το ψηλάφισες  μόνος
εσύ ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους, για
την αρετή σου μονάχα. Ευεργετώντας
κι εγώ αυτά τα ‘χω αποκτήσει ο ίδιος.                              670
Νεοπτόλεμος
Δε λυπάμαι που σ’ είδα και σ’ έκανα φίλο.
Τι όποιος χάρη να κάνει γνωρίζει, όταν
τιμιέται, να γίνει μπορεί καλύτερος φίλος
από κάθε απόκτημα. Μπορείς μέσα να πας.
Φιλοκτήτης
Κι εσένα μέσα θα βάλω, γιατί το άρρωστο
πόδι μου να σε πάρει για σύντροφο θέλει.               



Χορός
 Άκουσα, με τα μάτια μου, όμως, δεν το ‘δα,
πως κάποτε  o γιος του Κρόνου ο πανίσχυρος 
σ’ έναν τροχό που γυρνά γύρω αδιάκοπα
έδεσ’ αυτόν που πλησίασε του Δία την                             680
κλίνη. Απ’ τους ανθρώπους άλλον, ακουστά ή
βλέποντάς τον, δεν ξέρω να ‘χει την κακή τη
μοίρα εκείνου που τόσο άδικα χωρίς
να ‘χει βλάψει ή σκοτώσει χανόταν, όντας
ίσος σ’ ίσους ανάμεσα. Όμως, αυτό με
ταλανίζει το βάσανο, πώς άντεξε μια
τόσο ζωή πολυδάκρυτη, μονάχος, τα                                690
ορμητικά τα κύματα ακούγοντας που
ολόγυρα χτύπαγαν. Αυτός που ‘ταν έρμος,
ανήμπορος και για τις συμφορές γείτονα δεν
είχε κανέναν που μαζί του θα στέναζε,
όταν απ΄ τον πόνο θ΄αντιλαλούσε ο θρήνος
της αιματωμένης πληγής που τον έτρωγε,
κάποιον που θε να σταμάταγε τη ροή τ’
ολόζεστου αίματος που ‘τρεχε απ’ του ποδιού
τη θυμωμένη πληγή, με βότανα που τον
πόνο πραΰνουν, παρμένα, αν δυνόταν να τα
‘βρει, απ’ την τροφοδότρα τη γη. Εδώ σερνόταν           700
κι εκεί, κινούμενος σαν το σκουλήκι, καθώς το
παιδί μακριά απ’ τη λατρευτή παραμάνα,
όπου ‘βρισκε εύκολο πέρασμα, όταν ο
πόνος ο αβάσταχτος κόπαζε. Χωρίς τροφή    



να ‘χει απ’ τη γη την ιερή, ούτε απ’ όσα
οι εργατικοί γεύοντ’ οι άνδρες, αλλ’ απ’ τα
τόξα τα γρήγορα, αν κάποια φορά με τα                         710
γοργόφτερα βέλη τροφή για το στομάχι
του έβρισκε. Δυστυχισμένη ψυχή, αυτός, που
δέκα χρόνια δε γεύτηκε μια κούπα κρασί.
Κοιτώντας πού πηγή στεκούμενη θα ΄βρισκε
σερνόταν εκεί για νερό. Τώρα, όμως, που
βλαστάρι ανδρών γενναίων συνάντησε, θα
καταλήξει ευτυχισμένος και μέγας. Με                             720
ποντοπόρο ξύλο αυτός θα τον πάει, μετά
από καιρό, στην πατρική χώρα των Μαλιάδων
νυμφών και στις όχθες του ποταμού τού Σπερχειού,
όπου ο άνδρας με τη χάλκινη ασπίδα
τούς θεούς συναπάντησε, ζωσμένος από
το πατρικό θεϊκό φως στης Οίτης τα ύψη.
Νεοπτόλεμος
Προχώρα, αν θέλεις. Γιατί, λοιπόν, χωρίς κάποιο            730
λόγο σωπαίνεις κι έτσι κατάπληκτος μένεις;
Φιλοκτήτης
Α!α!
Νεοπτόλεμος
Τι τρέχει;
Φιλοκτήτης
Κανένα βάσανο. Όμως, παιδί μου, εμπρός.
Νεοπτόλεμος
Μήπως κάποιον πόνο απ’ την αρρώστια σου έχεις;
Φιλοκτήτης
Όχι. Θεοί, να μ’ ανακουφίζει το νιώθω.
Νεοπτόλεμος
Γιατί στενάζοντας στους θεούς έκκληση κάνεις;
Φιλοκτήτης
Σωτήρες μας κι ευεργέτες να ΄ρθούν, αά, αά.


 Νεοπτόλεμος
Τι έχεις; δε θα πεις και σιωπηλός έτσι θα ‘σαι;                740
κάποια συμφορά φαίνεσαι πως ‘σένα σε τρώει.  
Φιλοκτήτης
Χάθηκα, παιδί μου, και τη συμφορά μου δε
θα μπορέσω να κρύψω, αλί. Με περονιάζει,
με περονιάζει. Δυστυχισμένος, ταλαίπωρος
εγώ. Χάθηκα, παιδί μου. Με κατατρώει, τέκνο.
Πωπώ, αλί μου. Στ’ όνομα των θεών, αν έχεις
στα χέρια σου κάποιο πρόχειρο ξίφος, τέκνο,
στου ποδιού χτύπα την άκρη. Κόψε με γρήγορα.
Τη ζωή μου ‘σύ μη λυπάσαι. Εμπρός, παιδί μου.             750
Νεοπτόλεμος
Ποιο νέο τόσες κραυγές και πόνο σού βγάζει;
Φιλοκτήτης
Ξέρεις, τέκνο μου;
Νεοπτόλεμος
Τι συμβαίνει;
Φιλοκτήτης
Ξέρεις, παιδί μου;
Νεοπτόλεμος
Τι σού ‘χει τύχει; δεν ξέρω.
Φιλοκτήτης
 Πώς δεν ξέρεις; αλίμονο.
Νεοπτόλεμος
 Βαρύ ‘ναι, βέβαια, το φορτίο της νόσου.
Φιλοκτήτης
Βαρύ και δε λέγεται. Λυπήσου με ‘μένα.
Νεοπτόλεμος
Τι να κάνω;
Φιλοκτήτης
Από φόβο
μη με προδώσεις. Γιατί αυτή
σαν χορτάσει με τον ίδιο κάθε τόσο τρόπο
γυρνάει με παροξυσμούς ακανόνιστους.
Νεοπτόλεμος
Αλίμονο, αλίμονο κακόμοιρε ‘σύ, 
που φάνηκες δύσμοιρος με βάσανα μύρια.                      760
Να σε πιάσω και κάπου θες εσύ να σ’ αγγίξω;



 Φιλοκτήτης
Όχι αυτό. Όμως, παίρνοντας από μένα
τα τόξα, που πριν λίγο ν’ αγγίξεις ζητούσες,
αυτά κράτα και φύλαξε, μέχρι να περάσει
το βάσανο αυτής της αρρώστιας. Γιατί ύπνος
με πιάνει, όταν ο πόνος αυτός μού περάσει.
Πιο πριν να λυτρωθώ δε μπορώ. Όμως, ανάγκη
ήσυχο εσύ να μ’ αφήσεις να με πάρει
ο ύπνος. Αν, όμως, στο μεταξύ, εκείνοι θα                       770
φτάσουν, στ’ όνομα σ’ εκλιπαρώ των θεών αυτά
 σ’ αυτούς μην τα δώσεις, θεληματικά ή με το
ζόρι ή με τέχνασμα, να μη γίνεις δικός σου
φονιάς και δικός μου μαζί, τι ικέτης σου είμαι.
Νεοπτόλεμος
Να ‘χεις θάρρος, το νου μου θε να ‘χω. Αυτά δε
θα δοθούν παρά μόνο σε ‘σένα κι εμένα.
Δος τα σε ‘μένα, με την ευχή για αίσιο τέλος.
Φιλοκτήτης
Εμπρός, δέξου τα, παιδί μου. Να ‘ξευμενίσεις,
όμως, το φθόνο για να μη σου γίνουν ολέθρια
κι  όχι  όπως σε μένα και σ΄ αυτόν που τα ‘χε πιο πριν.
Νεοπτόλεμος
Θεοί, αίσια ας μας γίνουν αυτά. Καλό και
ούριο το ταξίδι ας είναι, όπου ο θεός                                 780
κρίνει δίκιο κι η συνοδεία ‘τοιμάζεται.
Φιλοκτήτης
Όμως, φοβάμαι, παιδί μου, μήπως και κάτι
ανεκπλήρωτο εύχεσαι. Γιατί ξαναστάζει
αυτό το μαυροκόκκινο αίμα που αναβλύζει
από βαθιά ορμητικό κι ένα νέο προβλέπω 
μαρτύριο, αλί. Τρισαλί, πόδι μου, πόσα δεινά
θα μου δώσεις; προχωρεί, πλησιάζει κοντά μου,
αλί σε ‘μένα ο δύσμοιρος. Όλα σάς τα ‘πα.
Μη  φύγετε ούτε στιγμή. Πωπωπώ. Ξένε,                        790
Κεφαλλονίτη, μακάρι  ο πόνος αυτός
να σου ξεσχίσει την καρδιά πέρα για πέρα.
Ωιμένα, ωιμέ και πάλι τρισωιμέ. Ω δύο
στρατηλάτες, Αγαμέμνονα, Μενέλαε,
με ποιον τρόπο εσάς αντί για ‘μένα θα ‘δερνε
για ίδιο χρόνο αυτή η αρρώστια; αλί μου.





 Θάνατε, πώς, ενώ καθημερνά σε καλώ,
να ‘ρθείς ποτέ δε μπορείς; γενναίο τέκνο μου,
πιάνοντάς με κάψε με ‘μένα που σε καλώ στης
Λήμνου τη φλόγα, ω γενναίε. Κι εγώ κάποτε                  800
για του Δία το γιο, μ’ αντάλλαγμα τα όπλα
που τώρα τα σώζεις,  δίκιο ‘κρινα αυτό για
να κάνω. Τι λες, παιδί μου; τι λες; σιωπηλός
γιατί μένεις; το μυαλό σου, τέκνο μου, πού ‘ναι;
Νεοπτόλεμος
Θρηνώ από ώρα για τα δεινά σου πονώντας.
Φιλοκτήτης
Όμως, θάρρος να ‘χεις, παιδί μου, γιατί ‘τούτη
γρήγορα φτάνει σε ‘μένα και γρήγορα φεύγει.
Σε ικετεύω, μόνο μου ‘σύ μη μ’ αφήνεις.
Νεοπτόλεμος
θα μείνουμε, ήσυχος να ΄σαι.                                                810
Φιλοκτήτης
Αλήθεια, θα μείνεις;
Νεοπτόλεμος
Αμφιβολία καμιά να μην έχεις.
Φιλοκτήτης
Τέκνο, δεν αξιώνω ‘σύ όρκο να δώσεις.
Νεοπτόλεμος
Δίκιο δεν είναι δίχως εσένα να φύγω.
Φιλοκτήτης
Για διαβεβαίωση το χέρι σου δος μου.
Νεοπτόλεμος
Στο δίνω για να πειστείς πως θα μείνω.
Φιλοκτήτης
Προς τα ‘κεί, προς τα ‘κεί.
Νεοπτόλεμος
Πού λες;
Φιλοκτήτης
Πάνω.
Νεοπτόλεμος
Τί τρελλαίνεσαι, τι κοιτάς τον ουράνιο θόλο;


 Φιλοκτήτης
 Άσε, άσε με.
Νεοπτόλεμος
Πού να σ’ αφήσω;
Φιλοκτήτης
Άσε με, επιτέλους.
Νεοπτόλεμος
Να σ’ αφήσω δεν πρόκειται.
Φιλοκτήτης
Θα με σκοτώσεις εσύ αν μ’ αγγίξεις.
Νεοπτόλεμος
Σ’ αφήνω, αν στα συγκαλά σου εσύ θε να ‘ρθείς.
Φιλοκτήτης
Γη, δέξου εμέ τον νεκρό, όπως είμαι, γιατί
να ορθοποδήσω αυτό το κακό δε μ’ αφήνει.                      820
Νεοπτόλεμος
Φαίνεται πως ο ύπνος σε λίγο θα πάρει τον
άνδρα, γιατί προς τα πίσω το κεφάλι του
κλίνει. Όλο το σώμα μουσκεύει ο ιδρώτας
και μαύρη αιμορραγούσα τρέχει  μια φλέβα
στου ποδιού του την άκρη. Ας τον αφήσουμε
ήσυχο για να μπορέσει ύπνο να πάρει.
Χορός
Ύπνε, που δεν ξέρεις απ’ οδύνες και πόνους,
ευνοϊκός ας έλθεις σε μας, ούριος, ούριος,
βασιλιά.  Αυτό το φως ας καλύψεις, που τώρα               830
στα μάτια του απλώθηκε. Έλα, έλα σε
μένα σωτήρας. Τέκνο μου, σκέψου τι στάση 
θα πάρεις  κι εγώ πρέπει τι θα γίνει μετά
να φροντίσω. Βλέπεις, πλέον, αυτόν (ο ύπνος
τον πήρε). Τι καρτερούμε σε δράση να μπούμε;
Η ευκαιρία, που απόφαση παίρνει για όλα,
με γρήγορες σκέψεις στη στιγμή φέρνει τη νίκη.


Νεοπτόλεμος
Τίποτα βέβαια δε νιώθει αυτός, εγώ ‘μως
βλέπω πως μάταιατα τόξα θα πάρουμε,                         840
αν χωρίς αυτόν θε ν’ αρμενίσουμε ‘μείς.
Τι είναι το στεφάνι δικό του, αυτόν είπε ο
θεός μαζί μας να πάρουμε. Μεγάλη ντροπή
‘ναι με ψέμματα να καυχιέται ο άπραγος.
Χορός
Ο θεός γι αυτά θε να φροντίσει, παιδί μου.
Όσα θες, όμως, να πεις, σιγανά, τέκνο, πες,
τι ανοιχτομάτης ο ελαφρύς ο ύπνος τ’
αρρώστου κι όλα τα νιώθει. Όμως, κοίτα πώς
εκείνο θα κάνεις, για ‘μένα, με κάθε δυνατή
σου προφύλαξη. Ξέρεις για τι σού μιλώ,                           850
αν συμφωνείς μαζί μου γι αυτά.               
Δύσκολα οι συνετοί  να νιώσουν τις συμφορές.
Ούριος ο άνεμος, ούριος.
Χωρίς όραση, δίχως βοήθεια ο άντρας
βρίσκεται σαν σε νυχτερινό ύπνο να ‘ναι
(πολύ βαθύς είν’ ο ύπνος μέσ’ στο λιοπύρι),
χωρίς χέρι, πόδι, κι ό,τι άλλο να ορίζει                              860
και μοιάζει σα να  βρίσκεται δίπλα στον Άδη.
Κοίτα αν καίρια μιλάς. Σε ‘μένα αυτό φανερό
‘ναι, ο κόπος ο άφοβος άριστος είναι.
Νεοπτόλεμος
Σου ζητώ να σωπάσεις, τα λογικά σου μη
χάνεις, γιατί τα μάτια του ο άνδρας κουνάει
και το κεφάλι του αυτός επάνω σηκώνει.


 Φιλοκτήτης
Ω φως μετά τον ύπνο και φροντίδ’ απ’ αυτούς
εδώ τους ξένους ανέλπιστη. Αυτό, τέκνο, δεν το
΄λπιζα, τέτοιον οίκτο να δείξεις, τα δεινά μου ν’
αντέξεις κι εμέ να συντρέξεις. Οι Ατρείδες δεν               870
είχαν τη δύναμη τόσο εύκολα αυτό να
σηκώσουν, οι γενναίοι στρατηγοί. Ευγενική
κι από ευγενείς η δική σου η φύτρα κι  όλα
τούτα πρόθυμα τα ’κανες, παρόλο που από
βόγγους και βρώμα ’σύ μπούχτιζες. Και τώρα,
αφού φαίνεται πως περνάει αυτό το κακό
και παίρνω ανάσα, παιδί μου, εσύ ο ίδιος
σήκωσέ με, όρθωσέ με στα πόδια, τέκνο,
να πάμε, ο κάματος σαν εμένα μ’ αφήσει,                         880
στο καράβι κι ας μην αργούμε τ’ αρμένισμα.
Νεοπτόλεμος
Χαίρομαι που ανέλπιστα σε βλέπω να ζεις
εσύ χωρίς πόνους και ξανά ν΄ανασαίνεις. 
Πως δε ζεις τα σημάδια της αρρώστιας εδείχναν.
Σήκω ‘πάνω, λοιπόν. Αν βέβαια το θες, θα
σε σηκώσουν αυτοί, γιατί  πρόθυμα στον κόπο
θα μπουν, αφού έτσι να γίνει απόφαση πήραμε.
Φιλοκτήτης
Τέκνο μου, εγώ συμφωνώ μ’ όσα λες κι όπως θες
εσύ σήκωσέ με. Άφησε όμως αυτούς                                  890
απ’ τη δυσοσμία πρόωρα μη βαρεθούν,
γιατί αρκετό63τούς είναι το βάρος, μαζί
με ‘μένα στο πλεούμενο συγκάτοικοι να ’ναι.
Νεοπτόλεμος
Αυτά θα γίνουν. Σήκω και σε ‘μένα στηρίξου.
Φιλοκτήτης
Να ‘χεις θάρρος. Θα με σηκώσει η συνήθεια.
Νεοπτόλεμος
Αλί. Τι μπορώ από ‘δώ και πέρα να κάνω;
Φιλοκτήτης
Τι συμβαίνει, παιδί μου; πού πήγε ο νους σου;


 Νεοπτόλεμος
Δεν ξέρω πώς να πω αυτό που δε λέγεται.
Φιλοκτήτης
Τι βασανίζεσαι; τέτοια, παιδί μου, μη λες.
Νεοπτόλεμος
Σ’ αυτή τη δύσκολη βρίσκομαι τώρα τη θέση.
Φιλοκτήτης
Μήπως το βάρος της αρρώστιας μου σ’ έπεισε               900
για επιβάτη σου να μη με πάρεις πια τώρα;
Νεοπτόλεμος
Όλα δύσκολα είναι, όταν κάποιος ξεχνώντας
τη φύση του ανάρμοστα πράγματα κάνει.
Φιλοκτήτης
Τίποτα δεν κάνεις και δε λες που, βοηθώντας
έναν άνδρα σωστό, δεν τιμά το γονιό σου.
Νεοπτόλεμος
Αισχρός θα βρεθώ. Αυτό προ πολλού με πικραίνει.
Φιλοκτήτης
Όχι μ’ όσα κάνεις. Μ’ όσα λες, όμως, φοβάμαι.
Νεοπτόλεμος
Ω μα το Δία, τι πρέπει να κάνω; δυο φορές
ανήθικος θε να ‘μαι, κρύβοντας όσα δεν
πρέπει και ξεστομίζοντας λόγια αναίσχυντα.
Φιλοκτήτης
Αυτός ο άνδρας, αν η κρίση μου λαθεμένη
δεν είναι, μοιάζει να μ’ έχει προδώσει και να                  910
ετοιμάζει ταξίδι εμέ παρατώντας.
Νεοπτόλεμος
Να σ’ εγκαταλείψω δεν πρόκειται, βέβαια.
Αυτό με στενοχωρεί από ώρα, μήπως
σε πάρω μαζί μου και στενοχώρια σού φέρω.
Φιλοκτήτης
Τέκνο μου, τι έχεις στο νου; δε νιώθω τι λες.
Νεοπτόλεμος
Τίποτα δε θα σου κρύψω. Πρέπει στην Τροία
να πας, στους Αχαιούς, στων Ατρειδών το στρατό.
Φιλοκτήτης: Αλί μου, τι ‘πες;
Νεοπτόλεμος: Στεναγμούς μη βγάζεις, πριν μάθεις.
Φιλοκτήτης
Τι να μάθω; τι εννοείς πως πρέπει να κάνω;
Νεοπτόλεμος
Πρώτα, να σ’ απαλλάξω απ’ αυτά τα δεινά
και αφού ‘ρθείς  μαζί σου την Τροία ν’ αλώσουμε.           920


Φιλοκτήτης
Κι αυτά, στ’ αλήθεια, έχεις στο νου σου να κάνεις;
Νεοπτόλεμος
 Είναι μεγάλη ανάγκη αυτά πράξη να
γίνουν κι ακούγοντάς τα ‘σύ μην οργίζεσαι.
Φιλοκτήτης
Χάθηκα, ο δύστυχος, προδώθηκα. Τι μού
‘κανες, ξένε; δος μου γρήγορα πίσω τα τόξα.
Νεοπτόλεμος
 Δε γίνεται, γιατί το συμφέρον, το δίκιο
να υπακούω μ’ αναγκάζει στους άρχοντες.
Φιλοκτήτης
Α φωτιά ‘σύ και φοβέρα και τέχνη μισητή
της φρικτής πανουργίας, πόσα μού ‘κανες, πώς
μ΄ έχεις γελάσει.  Άθλιε, δε νιώθεις ντροπή που
αυτόν που έκκληση κάνει κοιτάς, τον ικέτη,                     930
εμένα; τη ζωή μού στέρησες τα τόξα μου
παίρνοντας. Δώσ’ τα, σου προσπέφτω ικέτης, δώσ’ τα,
σε ικετεύω, παιδί. Στ’ όνομα των πατρικών
των θεών, μη μου στερείς τη ζωή μου. Αλί,
ο δύστυχος. Όμως, ούτε πια μού μιλάει
και, σα να μη σκοπεύει αυτά να μου δώσει,
κοιτάζει αλλού. Λιμάνια, κάβοι, των θηρίων
του βουνού συντροφιές, απόκρημνοι βράχοι, αυτά
σε σας, που συνηθισμένοι μου μάρτυρες είστε,
θρηνώ, γιατί άλλον δεν ξέρω αυτά να του πω,
τι μου ‘χει κάνει τ’ Αχιλλέα το τέκνο. Αν                          940
κι ορκίστηκε εμένα στην πατρίδα να πάει,
μ’ οδηγεί για την Τροία. Και όρκο σε ‘μένα
δίνοντας πίστης, αφού πήρε τα τόξα μου
τα ιερά του Ηρακλή του διογέννητου,
αυτά τα κατέχει και στους Αργείους να τα
δείξει σκοπεύει. Σα να ‘χει άνδρα γενναίο
συλλάβει, μ’ οδηγεί με τη βία και δε νιώθει
πως σέρνει νεκρό, ενός καπνού τη σκιά, απλά
ένα φάντασμα. Να με πιάσει δεν θα μπορούσε
αν ήμουν γερός. Ούτ’ έτσι που ‘μαι στο χέρι θα
με ΄βαζε, παρά μόνο με δόλο. Απατηθεί
έχω τώρα ο δύστυχος. Τι πρέπει να κάνω;
όμως, δώσ’ τα σε ‘μένα, σύνελθε πια. Τι λες;                   950
δε μιλάς; ένα τίποτα είμαι ο δύσμοιρος.


Ω δίπυλη πέτρα, πάλι άοπλος θα ‘ρθω
σε ‘σένα, τροφή δίχως να ‘χω. Θα μαραθώ
μονάχος σ’ αυτή τη σπηλιά, χωρίς πουλί να
σκοτώνω πετούμενο μ’ αυτά μου τα τόξα,
ούτε βουνίσια αγρίμια, μα εγώ ο ίδιος
ο άμοιρος νεκρός τροφή θα δώσω σ’ αυτά
που με ‘τρέφαν. Αυτών τώρα που πριν κυνηγούσα
κυνήγι θα γίνω. Το τίμημα θα πληρώσω
ο δύσμοιρος, το φόνο με φόνο, γι αυτόν που το
κακό δε φαινόταν να γνώριζε. Ας πέθαινες                    960
-όχι πριν μάθω αν πάλι γνώμη θ’ αλλάξεις.
Ειδάλλως, μακάρι άθλια εσύ να χαθείς.
Χορός: Τι να κάνουμε; σε ‘σένα, βασιλιά, το να
 φύγουμε ή να δεχτούμε τα λόγια του μένει.
Νεοπτόλεμος
Αβάσταχτη λύπη γι αυτόν εγώ νιώθω τον άνδρα,
απ’ την αρχή κι όχι τώρα για πρώτη φορά.
Φιλοκτήτης
Για τους θεούς, λύπηση, τέκνο, δείξε σε ‘μένα
και  μην αφήσεις εσύ κλέβοντάς μου το τόξο
άθλιο τ’ όνομά σου στους ανθρώπους να μείνει.
Νεοπτόλεμος
Τι να κάνω, αλί μου; να μη χρώσταγα ποτέ
να ΄χα αφήσει τη Σκύρο. Τόσο υποφέρω                           970
για όσα ‘δώ σε ‘μένα συμβαίνουνε τώρα.                                        
Φιλοκτήτης
Εσύ δεν είσαι κακός, όμως  απ’ άνανδρους
παιδεμένους ανθρώπους αισχρά έχεις μάθει
να κάνεις. Στους άλλους όσα τούς πρέπουν τώρα
‘σύ δίνοντας, φύγε αφήνοντάς μου τα όπλα. 
Νεοπτόλεμος: Τι να κάνουμε, άνδρες;
Οδυσσέας
Χειρότερε απ’ τους ανθρώπους, τι κάνεις; δε θα
φύγεις αφήνοντάς μου πάλι τούτα τα τόξα;
Φιλοκτήτης
Αλί, ποιος είναι; μήπως τον Οδυσσέα ακούω;
Οδυσσέας
Αυτός που βλέπεις ο ‘δυσσέας μάθε πως είναι.
Φιλοκτήτης
Δυστυχία, έχω προδωθεί και χαθεί. Αυτός
ήταν που μ΄ έπιασε και τα όπλα μού πήρε.
Οδυσσέας
Αυτά εγώ τα ‘κανα κι όχι άλλος, να ξέρεις.                     980


 Φιλοκτήτης
Δος  μου, αφησε, τέκνο, τα δικά μου τα τόξα.
Οδυσσέας
Αυτός ποτέ του αυτό δε θα κάνει, έστω κι αν
το ποθεί. Όμως και ‘σύ μαζί τους πρέπει να
πας αλλιώς με το ζόρι εσένα θα στείλουν.
Φιλοκτήτης
Αχρείε, τολμήστε, με βία θε να με σύρουν;
Οδυσσέας
Αν να πας θεληματικά εσύ δε θελήσεις.
Φιλοκτήτης
Γη της Λήμνου και παντοδύναμη αναμμένη
απ’ τον Ήφαιστο φλόγα, είν’ αυτά ανεκτά,
αν με βίαιο τρόπο με σύρει μακριά σας;
Οδυσσέας
Ο Δίας είναι, να ξέρεις, αυτής της γης ο
κυρίαρχος, ο Δίας ο ίδιος που τέτοια
απόφαση πήρε. Εγώ σ’ αυτόν  υπακούω.                          990
Φιλοκτήτης
Μισητέ, τι συλλογιέσαι  και λες. Τους θεούς
επικαλούμενος ‘σύ σαν ψεύτες τούς δείχνεις.
Οδυσσέας
Αληθινούς. Το δρόμο να πάρεις ‘σύ πρέπει.
Φιλοκτήτης
Δεν το ‘χω σκοπό.
Οδυσσέας
Εγώ βέβαιος είμαι, πρέπει ‘σύ να πειστείς.
Φιλοκτήτης
Αλί μου ο δύστυχος, ο γονιός σας σίγουρα
σκλάβους κι όχι ελεύθερους γέννησε εσάς.
Οδυσσέας
Όχι, μα με τους άριστους όμοιους, που μαζί
τους ‘σύ πρέπει βίαια την Τροία να πάρεις.
Φιλοκτήτης
Ποτέ, ούτε αν τα πάνδεινα πάθω, όσο                              1000
εγώ θα πατώ αυτόν τον ψηλό σκληρό τόπο.
Οδυσσέας
Τι έχεις στο νου σου;
Φιλοκτήτης
Προτιμώ πέφτοντας τώρα απ’ του βράχου το
ψήλωμα την κεφαλή μου να σπάσω στην πέτρα.


 Οδυσσέας
Πιάστε τον μήπως κάνει τη φοβέρα του πράξη.
Φιλοκτήτης
Χέρια, απ’ αυτόν δεμένα τον άνδρα, πόσο  
πονάτε απ’ τη στέρηση της συντρόφισσας
του τόξου χορδής. Εσύ, που σωστή κι ελεύθερη
σκέψη δεν έχεις, πώς πάλι μ’ απάτησες, πώς  
μ’ άρπαξες κρύβοντας το δικό σου το πρόβλημα
σ’ αυτό το παιδί που δεν γνώριζα, χωρίς αξία
για σένα μα πανάξιο για μένα, που άλλο δεν
ήξερε παρά να εκτελεί τις προσταγές τις                         1010
δικές σου και δείχνει πως για τα λάθη του και τα
δικά μου τα πάθη τώρα υποφέρει. Όμως, η
άθλια ψυχή σου που απ’ τα σκοτάδια παίρνει
τροφή, χωρίς στη φύση του να ‘ναι και άθελά
του, σοφός μόνο να ‘ναι στο κρίμα τον έμαθε.
Και τώρα αφού μ’ έδεσες, άθλιε, σκέφτεσαι
μακριά απ’ αυτή την ακτή να με πάρεις, όπου
χωρίς φίλους μ’ έρριξες έρμο, χωρίς σπίτι,
νεκρό, σ’ αυτούς ανάμεσα που βλέπουν το φως.
Αλί. Να χαθείς. Κι αυτό πολλές φορές στο                      1020
ευχήθηκα εγώ. Όμως, οι θεοί καμιά χαρά
δε μου δίνουν. Ενώ τη ζωή εσύ χαίρεσαι,
εγώ μ’ αυτά υποφέρω, γιατί ο δύσμοιρος
με πολλά δεινά ζω, από ‘σένα εμπαιζόμενος
κι απ’ τους  Ατρείδες τους δυο στρατηγούς που εσύ
‘πηρετείς. Κι όμως, μ’ αυτούς συνταξίδεψες,
αφού μ’ εκβιασμούς και ψέμματα σ’ έζεψαν,
ενώ τον πανάθλιο εμένα που, γιατί το
‘θελα, μ’ επτά αρμένισα πλοία, ανάξια  
εδώ εκείνοι, όπως ισχυρίζεσαι ‘σύ,
μ’ ερρίξαν, εσύ, όπως λένε εκείνοι. Και
τώρα τι με τραβάτε; πού με σέρνετε; για
ποιονε σκοπό; εμένα που δεν υπάρχω κι έχω
για ‘σάς από χρόνια χαθεί; πώς, θεομίσητε,                   1030
τώρα δεν είμαι για σένα χωλός, βρωμερός;
πώς θα μπορέσετε θυσίες στους θεούς να
κάνετε αν με σας ταξιδέψω; πώς δύναμη
θε να ‘χετε εσείς τις σπονδές να τελέστε;
αυτή ήταν η πρόφαση εδώ να με ρίξεις.



 Άθλια να χαθείτε. Και θα χαθείτε, γιατί
αδικήσατε τούτον τον άνδρα, αν οι θεοί 
για το δίκιο πια νοιάζονται. Και νιώθω πως έννοια
υπάρχει, γιατί ποτέ δε θα πλέατε για
δύσμοιρο άνδρα, αν κάποια πρόνοια θεία σε
‘μένα εσάς δε σας έφερνε. Πατρική γη και
θεοί παντεπόπτες, τιμωρήστε κάποια μέρα                    1040
όλους αυτούς, αν λίγο συμπονάτε και μένα.
Άθλια ζω, μα, αν αυτούς να χάνονται δω, θα 
‘νιωθα πως απ’ τη νόσο εγώ θα γλυτώσω. 
Χορός
 Σκληρός ο ξένος, Οδυσσέα, και βαρύ λόγο
ξεστόμισε, στις συμφορές ανυπόταχτο.
Οδυσσέας
Πολλά ν’ απαντήσω θα ‘χα στα λόγια του η
ώρα αν μ’ έπαιρνε. Όμως, τώρα, μια λέξη
θα πω. Τέτοιοι όπου χρειάζονται άνδρες, τέτοιος
εγώ ‘μαι. Κι όπου πρέπει η κρίση γενναίων
και τίμιων ανδρών, δε θα ‘βρεις άλλον κανέναν           1050
πιο ευσεβή από ‘μένα. Της νίκης εγώ
κυνηγός γεννήθηκα να ‘μαι,  μα όχι από
‘σένα. Τώρα, με τη δική μου τη θέληση για
χάρη σου εγώ αποσύρομαι.  Αφήστε τον,
κανείς πια αυτόν μην αγγίξει. Να μείνει άστε
τον. Άχρηστος είσαι σε ‘μάς αυτά κρατώντας τα
όπλα, αφού μαζί μας ο Τεύκρος είναι που
αυτήν κατέχει την τέχνη. Είμαι κι εγώ, που
νιώθω πώς τα όπλα αυτά κυβερνώ κι οδηγώ  
με το χέρι, κι όχι από ‘σένα χειρότερα.
Τι, λοιπόν, σε χρειαζόμαστε; χαίρε ζώντας στη              1060
Λήμνο. Σαλπάρουμε και το δώρο σου σε ‘μένα
δόξα θα φέρει, αυτή που εσύ να ‘χεις ταιριάζει.    
Φιλοκτήτης
 Αλί, τι να κάνω ο δύσμοιρος; στολισμένος
με τα όπλα μου εσύ θα φανείς στους Αργείους;
Οδυσσέας
Άχνα μη βγάζεις, γιατί ‘μαι ήδη φευγάτος.
Φιλοκτήτης
 Παιδί τ’ Αχιλλέα, πλέον δε θ’ ακούσω τη
δική σου φωνή, έτσι εσύ θε να φύγεις;
Οδυσσέας
Προχώρα. Μη τον κοιτάς, τι σπλαχνικός εσύ
είσαι, μήπως τη δική μας την τύχη χαλάσεις.


 Φιλοκτήτης
 Κι εσείς στην ερημιά μου θε να μ΄ αφήσετε,                    1070
ξένοι, και σε ‘μένα δεν θα δείξετε οίκτο;
Χορός
Αυτό το παιδί αρχηγός του στόλου μας είναι.
Όσα αυτός θα σου πει, αυτά σού λέμε κι εμείς.
Νεοπτόλεμος
 Θα τον ακούσω, γιατί γεμάτος με συμπόνοια
γεννήθηκα. Τόση ώρα, αν το θέλει κι
αυτός, μείνετ’ εσείς  μέχρις ότου το πλοίο
οι ναυτικοί να ‘τοιμάσουν και στους θεούς να
κάνουμε δέηση. Κι ίσως αυτός στο μεταξύ
κάποια κρίση να βγάλει, για ‘μάς συμφερότερη.
Πάμε και γρήγορα, όταν σας πούμε, να ‘ρθείτε.            1080
Φιλοκτήτης
Του βράχου ζεστή και παγωμένη σπηλιά, δε
μου ΄μελλε του δύστυχου κάποια στιγμή να σ’
αφήσω και να γίνεις εσύ του θανάτου μου
μάρτυρας. Αλίμονο. Άθλια σπηλιά απ’ τη
δική μου οδύνη γεμάτη, ποια της ‘μέρας                         1090
μου θε να ‘ναι  η τροφή; πού θα ‘βρω ο δύστυχος
της βιοτής την ελπίδα; με ζωηρό τα δειλά
αγριοπερίστερα πέταγμα  ψηλά ας με πάρουν.
Άλλες πια σε ‘μένα  ‘παντοχές δεν υπάρχουν.
Χορός
Εσύ το θέλησες, δύσμοιρε, και γι’ αυτή σου
τη μοίρα άλλος δε φταίει κανείς και, αντί
τώρα λοιπόν να σκεφτείς την καλύτερη τύχη,
το χειρότερο να διαλέξεις προτίμησες.                             1100






Φιλοκτήτης
Δύστυχος δύσμοιρος είμ’ εγώ, απ’ τους πόνους 
ταλαίπωρος, που θα χαθώ ο άθλιος εδώ
μένοντας χωρίς άνθρωπο δίπλα μου, αλί
αλί, ούτε τροφή πλέον βρίσκοντας, ούτε
τα φτερωτά τα βέλη κρατώντας στα δυνατά               1110
μου τα χέρια. Στην ψυχή μου μπήκαν δολερές
κι άστοχες σκέψεις μυαλού μοχθηρού. Μακάρι
αυτόν που αυτά τα σοφίστηκε να ‘βλεπα
ίσο χρόνο στα δικά μου τα πάθη να πέσει.
Χορός
Αυτά θεϊκή για ‘σένα απόφαση ήταν, 
όχι σε βάρος σου δόλος και με τα δικά μου
έχει γίνει τα χέρια. Όμως, γι άλλους τη σκληρή
κατάρα τη δύσμοιρη κράτησε. Κι αυτό ‘μένα                  1120
με νοιάζει, τη δική μου μη χάσεις φιλία.
Φιλοκτήτης
Αλί, με περιγελά στην κυματόδερτη
ακρογιαλιά καθισμένος στο χέρι κουνώντας
το δικό μου το τόξο, εμένα του άθλιου,
που άλλος ποτέ του κανένας δεν κράτησε.
Λατρευτό τόξο, από χέρια λατρευτά με
βία παρμένο, λυπημένο του Ηρακλή                                 1130
το σύντροφο βλέπεις, αν αισθήματα να ‘χεις
μπορείς, τι εσένα να μεταχειριστεί ποτέ
δεν του μέλλει και νέος άνδρας πανούργος θα 
‘χει στα δικά του τα χέρια, τις άθλιες απάτες
κοιτώντας, τον μισητό και σκληρό αυτόν άνδρα,
που μύρια κακά, αισχρών ανθρώπων γεννήματα,
σε βάρος δικό μου, ω Δία, σοφίστηκε.


Χορός
Ο άνδρας το δίκιο πρέπει πάντα να λέει,                         1140
όταν, όμως, μιλάει, λόγους φθονερούς και
πικρούς να μη βγάζει. Αφού αυτά να κάνει
προστάχτηκε, μέσα σ’ άλλους πολλούς, το χρέος
για την κοινή σωτηρία φίλων εκτέλεσε.
Φιλοκτήτης
Πουλιά φτερωτά και κοπάδια άγριων ζώων
χαρούμενων που ‘χει αυτός ο βουνίσιος ο
χώρος, απ’ την πέτρα τη δική μου μη φεύγετε.
Την πρότερη των βελών μου τη δύναμη πια
δεν έχω στα χέρια, ο δύστυχος, μα άφοβα                      1150
τρέχετε, γιατί ο χώρος τρόμο σε σας πια
δε φέρνει. Τώρα, ευκαιρία για εκδίκηση
αίματος, να χορτάσει το στόμα σας απ’
τη μαραμένη τη σάρκα μου. Απ’ τη ζωή
φεύγω αμέσως. Γιατί τροφή από πού θε να
πάρω; μ’ αέρα μόνο ποιος τρέφεται, χωρίς                     1160
να‘ χει όσα στέλνει η τροφοδότρα η γη;
Χορός
Για τους θεούς, αν σέβεσαι λίγο τον ξένο,
που ‘ρθε με κάθε καλοσύνη για σένα, αυτόν
μην τον διώχνεις, αλλά μάθε, μάθε καλά πώς 
απ’ τη νόσο αυτή να γλιτώσεις. Τραγικό
‘ναι αυτή  εσένα να λιώνει κι απ’ άγνοια μύριους
εσύ να ‘χεις πόνους που την πληγή συντροφεύουν.
Φιλοκτήτης
Πάλι παλιό μού θύμισες πόνο, καλύτερε                           1170
εσύ, απ΄ τους πριν, αυτής της γης επισκέπτη.
Γιατί με σκότωσες και εχθρός μου εσύ ‘σαι;
Χορός
 Αυτό γιατί το ‘πες;



 Φιλοκτήτης
Τι στην Τροία που μισώ έλπιζες ‘σύ να με πας.
Χορός
Αυτό άριστη ιδέα το βλέπω.
Φιλοκτήτης
Αφήστε με πια.
Χορός
Ευχαρίστως και με τη δική σου τη θέληση
αυτά σε ‘μένα να κάνω παράγγειλες. Πάμε
στη θέση που μας έχει ορισθεί στο καράβι.                       1180
Φιλοκτήτης
Μείνε, στον ικέσιο σε ικετεύω το Δία.
Χορός
Ησύχασε.
Φιλοκτήτης
Στ’ όνομα των θεών, ω ξένοι, μείνετε ‘σείς.
Χορός
Γιατί φωνάζεις;
Φιλοκτήτης
Αλί αλί, τύχη τύχη. Χάθηκα ο άθλιος.
Πόδι πόδι, τι να σε κάνω ο δύστυχος στη
ζωή που μου μένει; ξαναγυρίστε, ω ξένοι.                        1190
Χορός
Τι να κάνουμε με τις αλλόκοτες σκέψεις
που πριν λίγο εσύ σε μας εφανέρωσες;
Φιλοκτήτης
Να κατηγορούμαι δεν πρέπει, (λογικό ‘ναι)
ο βασανισμένος μωρά φερσίματα να ‘χει.
Χορός
Προχώρα τώρα, δύστυχε, όπως σου λέμε.



 Φιλοκτήτης
Ποτέ, μάθε το καλά, ούτε αν ο πυρφόρος
αστραφτερός φτάσει μ’ αστραπές πυρπολώντας με.
Ας χαθεί το Ίλιο κι όλοι όσοι το ζώνουν, που
τόλμησαν να παρατήσουν εμένα γι αυτό μου                 1200
το πόδι. Μα, μια χάρη κάντε, ξένοι, σε ‘μένα.
Χορός
Ποιο λόγο θα πεις;
Φιλοκτήτης
Ξίφος ή πελέκι ή κάποιο στείλτε μου βέλος.
Χορός
Ποια με το χέρι κακή πράξη να κάνεις εσύ;
Φιλοκτήτης
Κορμί κι αρμούς με τα χέρια κομμάτια να κόψω.
Στο θάνατο στο θάνατο ο νους μου γυρίζει.
Χορός
Γιατί τάχα;
Φιλοκτήτης
Τον πατέρα το δικό μου ζητώντας.
Χορός
 Σε ποιο μέρος της γης;                                                          1210
Φιλοκτήτης
Στον Άδη. Γιατί δε βρίσκεται πλέον στο φως.
Πόλη, πατρίδα, πώς θα μπορούσα να σε ‘βλεπα
ο δύστυχος άνδρας, που την πηγή την ιερή
παρατώντας στους Δαναούς, τους εχθρούς, βοηθός
εγώ πήγα. Τώρα πια ένα τίποτα είμαι.
Χορός
Από ώρα στο δρόμο για το πλοίο μου θα ΄μουν,
αν δίπλα δε βλέπαμε τον Οδυσσέα να φτάνει
και το γιο τ’ Αχιλλέα ‘δώ σε μας να πλησιάζει.              1220



Οδυσσέας
Δε θα εξηγήσεις για ποιο λόγο με βιάση
πάλι στον ίδιο δρόμο με σπουδή επιστρέφεις;
Νεοπτόλεμος
Να διορθώσω όσα προτύτερα έσφαλα.
Οδυσσέας
Τρομερά λόγια λες. Και το σφάλμα ποιο ήταν;
Φιλοκτήτης
Αυτό που στρατό και ‘σένα ακούγοντας έπραξα.
Οδυσσέας
Ποιο έργο σε ‘σένα άταιρο ΄σύ έχεις κάνει;
Νεοπτόλεμος
Τον άνδρα γελώντας με δόλο κι απάτες αισχρές.
Οδυσσέας
Ποιον; αλί. Κάτι νέο μήπως έχεις στο νου σου;
Νεοπτόλεμος
Τίποτα νέο, στου Ποίαντα όμως το γιο…                         1230
Οδυσσέας
Τι πράγμα θα κάνεις; πώς μ’ έχει πιάσει  ο φόβος…
Νεοπτόλεμος
Απ’ αυτόν που αυτά πήρα τα τόξα, πάλι…
Οδυσσέας
Ω Δία, τι θα πεις; να τα δώσεις δε σκέπτεσαι;
Νεοπτόλεμος
Γιατί αυτά μ’ άθλιο τρόπο κι άδικα πήρα.
Οδυσσέας
Στους θεούς, επιθυμώντας να μ’ εμπαίξεις τα λες;
Νεοπτόλεμος
Αν περίπαιγμα είναι την αλήθεια να λες.




 Οδυσσέας
Γιε τ’ Αχιλλέα, τι λες; τι λόγο ξεστόμισες;
Νεοπτόλεμος
Θέλεις δυο και τρεις τα ίδια λόγια να λέω;
Οδυσσέας
Ούτε μια δε θα ‘θελα την αρχή καν ν’ ακούω.
Νεοπτόλεμος
Καλά τώρα μάθε πως όλα τα ‘χεις ακούσει.                    1240
Οδυσσέας
Υπάρχει κάποιος, υπάρχει εκείνος που θε
να σ’ εμποδίσει αυτή να κάνεις την πράξη.
Νεοπτόλεμος
Τι λες; ποιος θα ’ναι αυτός που εμπόδιο θα μπει;
Οδυσσέας
Όλος των Αχαιών ο λαός, ένας τους εγώ.
Νεοπτόλεμος
 Αν κι από φύτρα σοφός, σοφό κάτι δε λες.
Οδυσσέας
Εσύ όμως δεν κάνεις, ούτε μιλάς συνετά.
Νεοπτόλεμος
 Απ’ τα σοφά πιο πάνω, αν δίκαια είναι.
Οδυσσέας
Και πώς είναι δίκαιο να ξαναδώσεις αυτά,
που με τα δικά μου τα πήρες τεχνάσματα; 
Νεοπτόλεμος
Το άθλιο θα πασχίσω να διορθώσω το σφάλμα.
Οδυσσέας
Τους Αχαιούς δε φοβάσαι, αν κάνεις αυτά;                     1250
Νεοπτόλεμος
Για τις φοβέρες σου στο δίκιο δε νοιάζομαι.
Οδυσσέας
[δίκαια θε να σ’ αναγκάσει το χέρι μου.]
Νεοπτόλεμος
Ούτ’ η βία σου εμπόδιο θα μπει να το κάνω.
Οδυσσέας
Λοιπόν, εσένα θα ‘χουμε κι όχι τους Τρώες εχθρό.
Νεοπτόλεμος
Ας γίνει αυτό που μέλλει να γίνει.
Οδυσσέας
Βλέπεις το δεξί του σπαθιού τη λαβή ν’ ακουμπά;





Νεοπτόλεμος
Όμως κι εμένα το ίδιο να κάνω θα δεις
κι αυτό ‘γώ δε σκοπεύω καθόλου ν’ αργήσω.
Οδυσσέας
Θα σ’ αφήσω. Αυτά, όταν πάω, σ’ όλο θα τα
πω το στρατό κι αυτός τιμωρός σου θα γίνει.
Νεοπτόλεμος
Λογικεύτηκες. Κι εφόσον έτσι από ‘δώ                              1260
και εξής συλλογιέσαι, ίσως έξω απ΄ τους
κινδύνους να βρίσκεσαι. Εσύ, όμως, τέκνο του
Ποίαντα, τον Φιλοκτήτη εννοώ, βγες έξω
εγκαταλείποντας τη στέγη την πέτρινη.
Φιλοκτήτης
Τι θόρυβος πάλι είν’ αυτός σιμά στη σπηλιά;
γιατί με φωνάζετε;  τι με χρειάζεστε, ξένοι;
αλί.  Άσχημα πάει το πράγμα. Μπας κι έχετε
‘ρθεί νέα στις συμφορές μου δεινά προκαλώντας;
Νεοπτόλεμος
Θάρρος να ‘χεις. Άκου τα λόγια που ‘ρθα να φέρω.
Φιλοκτήτης
Φοβάμαι. Και τα πριν άθλια από λόγια καλά
 τα ‘χω κάνει, από λόγους δικούς σου πεισμένος.           1270
Νεοπτόλεμος
Δεν μπορεί, όμως, κάποιος τη γνώμη ν’ αλλάξει;
Φιλοκτήτης
Ίδιος ‘σύ φαινόσουν στα λόγια τα τόξα τα  
δικά μου όταν πήρες, φίλος, μα ύπουλα εχθρός.
Νεοπτόλεμος
Όχι πια τώρα. Να σ’ ακούσω ’γώ θέλω, τι
απ’ τα δυο ‘σύ έχεις κρίνει, να επιμείνεις
εδώ παραμένοντας ή να ‘ρθεις μαζί μας;
Φιλοκτήτης
Μη μιλάς, άλλες κουβέντες μη λες. Γιατί, αν
μιλήσεις, όλα μάταια θε να ειπωθούν.                         
Νεοπτόλεμος
Έχεις λοιπόν εσύ τώρα απόφαση πάρει;
Φιλοκτήτης
Και πιο πολύ νιώσ’ το αυτό, παρά μ’ όσα λέω.
Νεοπτόλεμος
 Να πεισθείς απ’ τα λόγια μου ήθελα. Αν όμως
τυχαίνει σ’ άκαιρη στιγμή να μιλώ, σταματώ.


 Φιλοκτήτης
Όλα μάταια θε να τα πεις. Ποτέ πρόθυμη                       1280
την καρδιά μου δε θα ‘βρεις, εσύ που τη ζωή μου
μου στέρησες παίρνοντάς την με δόλο κι έπειτα
φτάνεις κι εμέ νουθετείς, εσύ που ‘χεις γίνει
ανάξιο γέννημα δοξασμένου πατέρα.
Να χαθείτε, πιο πολύ οι δυο τ’ Ατρέα οι
γιοι και μετά του Λαέρτη η φύτρα κι εσύ. 
Νεοπτόλεμος
Μην καταριέσαι. Από μένα δέξου τα βέλη.
Φιλοκτήτης
Τι ‘πες; μήπως και πάλι σε δόλο μπλεχτούμε;
Νεοπτόλεμος
Στ’ άγιο σέβας του ύψιστου Δία ορκίστηκα.
Φιλοκτήτης
Ω ‘σύ που ‘πες λόγια γλυκά, αν λες την αλήθεια.           1290
Νεοπτόλεμος
Φανερά το έργο θα γίνει. Το δεξί σου
άπλωσε χέρι  και τα όπλα σου κράτησε.
Οδυσσέας
Τ’ απαγορεύω, όμως, εγώ, μάρτυρες θεοί,
στων γιων τ’ Ατρέα και του στρατεύματος τ’ όνομα.
Φιλοκτήτης
Μπας και τ’ Οδυσσέα τη φωνή εγώ ‘χω ακούσει;
Οδυσσέας
Μάθε το καλά. Δίπλα σου βλέπεις εμένα που 
βίαια  στους κάμπους της Τροίας εσένα θα
στείλω, θέλει  δε θέλει το παιδί τ’ Αχιλλέα.
Φιλοκτήτης
Δε θα χαρείς, αν ορθωθεί το βέλος αυτό.                        1300
Νεοπτόλεμος
Α, στους θεούς, μην το αφήνεις το βέλος.
Φιλοκτήτης
Στους θεούς, καλοπαίδι, άφησέ μου το χέρι.
Νεοπτόλεμος
Δεν μπορώ να στ’ αφήσω.
Φιλοκτήτης
Αλί. Γιατί μ’ εμποδίζεις, μπας και με βέλη
τον μισητό και αντίμαχο άνδρα σκοτώσω;


 Νεοπτόλεμος
Αυτό δεν είναι καλό για μένα και σένα.
Φιλοκτ: Αυτό εσύ μάθε, λοιπόν, πως οι στρατηλάτες,
των Αχαιών ψευδοκήρυκες, αχρείοι ΄ναι
στα όπλα μπροστά, ενώ στα λόγια γενναίοι.
Νεοπτ: Καλά. Τα ‘χεις τα τόξα λοιπόν και λόγος δεν
υπάρχει να ‘χεις οργή ούτε ψόγο για μένα.
Φιλοκτήτης
Συμφωνώ. Έδειξες, παιδί μου, από ποια είσαι                 1310
‘σύ φύτρα, όχι με πατέρα το Σίσυφο,
μα τον Αχιλλέα, που τ’ άριστ’ άκουγε με τους
ζωντανούς σα βρισκόταν  και τώρα εκείνος νεκρός.
Νεοπτόλεμος: Ευχαριστήθηκα που το δικό μου πατέρα
κι εμένα ‘σύ ‘παίνεσες. Άκουσε όμως από
σένα τι θέλω. Αυτά τα δεινά που οι θεοί
τούς κερνούν είν’ ανάγκη οι θνητοί να υπομένουν.
 Όσοι, όμως, θεληματικά, σαν εσένα,
σε βάσανα πέφτουν, δίκαιο είναι σε ‘κείνους
συγχώρεση και άφεση κανείς να μη δίνει.                           1320
Εσύ, όμως, άγριος είσαι και συμβουλή δεν
ακούς και αν κάποιος,  με αγάπη μιλώντας σου,
νουθεσία σού δίνει, εσύ τον μισείς νιώθοντάς τον
εχθρό σου κι αντίπαλο. Όμως σε ΄σένα θα πω.
Μάρτυρα επικαλούμαι το Δία. Κι αυτά
μάθε και βαθιά στο νου σου να βάλεις.  Από
θέλημα θεού τον πόνο αυτόν υποφέρεις,
γιατί πλησίασες της Χρύσας το φύλακα,
που το ναό τον άσκεπο φυλάει κρυμμένος,
το σπιτίσιο το φίδι. Και μάθε πως τελειωμό
της βαριάς τής νόσου δε θα ΄χεις, όσο ο ίδιος
ο ήλιος θα βγαίνει από ‘δώ κι εκεί πάλι θα                      1330
πέφτει, πριν θεληματικά έλθεις ο ίδιος
στης Τροίας τους κάμπους και συναντώντας σε ‘μάς  
τα παιδιά τ’ Ασκληπιού γιατρευτείς απ΄ τη νόσο
και με τα τόξα αυτά και με ‘μένα των κάστρων
φανείς κουρσευτής. Και πώς ξέρω πως όλ’ αυτά
έτσι ‘ναι εγώ θα σου πω. Σε μας ένας άνδρας 
απ’ την Τροία υπάρχει που ‘χουμε πιάσει, ο
Έλενος ο άριστος μάντης, που ξάστερα
λέει πώς πρέπει να γίνουν αυτά. Κι ακόμα πως 
το θέρος αυτό ‘ναι γραμμένο όλη να πέσει                      1340
η Τροία, αλλιώς αυτόν να σφάξουν προσφέρεται,
αν λαθεμένες οι προφητείες του βγούνε.


 Αυτά αφού τώρα γνωρίζεις, με τη θέλησή
σου υποχώρησε. Γιατί καλό ‘ναι το κέρδος
το πρόσθετο, ένας που κρίθηκε των Ελλήνων
ο άριστος πρώτα σε θαυματουργά χέρια
να πέσει και μετά δόξα να πάρει υπέρτατη,
αφού εκπορθήσει την ταλαίπωρη Τροία.
Φιλοκτήτης
Μισητή ζωή, γιατί με κρατάς ‘πάνω να
βλέπω και δεν μ’ άφησες να πάω στον Άδη;
αλί, τι να κάνω; πώς ν’ απειθήσω σε ‘κείνου                   1350
τα λόγια που με συμβούλεψε φιλικός όντας
σε ‘μένα; πίσω να κάνω λοιπόν; μετά πώς
ο δύσμοιρος θα ΄μαι στο φως μ’ αυτά που ‘χω κάνει;
με ποιον θα μιλήσω; μάτια μου, που ιδωμένα
όλα τα ‘χετε ‘σείς, πώς αυτά θε ν’ αντέξετε,
με τα παιδιά τ’ Ατρέα να ζω, αυτά που ‘μένα
σκοτώσαν; πώς με τ’ άθλιο παιδί του Λαέρτη
θα ζω; δε με πληγώνει των περασμένων ο
πόνος μα νιώθω πως προβλέπω όσ’ ακόμα
πρέπει να πάθω. Γιατί σ’ όσους ο νους γίνει
μήτρα κακών και στ’ άλλα κακούς εκπαιδεύει.               1360
Έχω απορήσει όμως και με ‘σένα σ’ αυτό.
Δεν έπρεπε εσύ στην Τροία ποτέ σου να πας
κι εμάς ν’ αποτρέψεις. Μ’ αυτούς που σε πρόσβαλαν,
το πατρικό σου βραβείο κρατώντας, φίλος
πας να γενείς κι εμένα αυτό μ’ αναγκάζεις;
μη λοιπόν, τέκνο μου. Όμως, στη γη μου, όπως
ορκίστηκες ‘σύ, εμένα να στείλεις. Και στη
Σκύρο ‘σύ μένοντας να χαθούν μ’ άθλιο τρόπο
τούς άθλιους ν’ αφήσεις.  Κι έτσι ευγνωμοσύνη
διπλή από ‘μένα και το γονιό  σου θε να ‘χεις                  1370
 και ‘σύ δε θ’ αποδειχθείς τους κακούς ωφελώντας
πως με τους αναίσχυντους γεννήθηκες όμοιος.
Νεοπτόλεμος
 Δίκαια μιλάς. Όμως θέλω πίστη στους θεούς
και στα λόγια μου δείχνοντας απ’ αυτή να φύγεις
τη γη αντάμα μ’ άνδρα που έμπιστος σού ‘ναι.
Φιλοκτήτης
Μ’ αυτό το άθλιο πόδι στης Τροίας τους κάμπους
να πάω και στο μισητό του Ατρέα το γιο;
Νεοπτόλεμος
Σ’ αυτούς που θα γιάνουν τ’ ομπυασμένο το πόδι
και θε να πραΰνουν της αρρώστιας τούς πόνους.


 Φιλοκτήτης
Τι λες ‘σύ που άθλια συμβουλή μού ‘χεις δώσει;             1380
Νεοπτόλεμος
Όσα, αν γίνουν, καλά κρίνω για ‘σένα και ‘μένα.
Φιλοκτήτης
Και μ’ αυτά που ‘πες τους θεούς εσύ δε ντροπιάζεις;
Νεοπτόλεμος
Πώς θα ντρεπόταν κάποιος ωφελώντας τους φίλους;
Φιλοκτήτης
Για των Ατρειδών ή το δικό μου τ’ όφελος λες;
Νεοπτόλεμος
Για το δικό σου, βέβαια, επειδή φίλος
είμαι δικός σου και παρόμοιος ο λόγος μου.
Φιλοκτήτης
Πώς, εσύ που θέλεις στους εχθρούς να με δώσεις;
Νεοπτόλεμος
Φίλε, μάθε στα δεινά θρασύς να μην είσαι.
Φιλοκτήτης
Θα με συντρίψεις, σε ξέρω, μ’ αυτά σου τα λόγια.
Νεοπτόλεμος
Όχι βέβαια. Πως δε με νιώθεις αισθάνομαι.
Φιλοκτήτης
Πως με παραπετάξαν οι Ατρείδες δεν ξέρω;                   1390
Νεοπτόλεμος
Πεταμένο κι αν σε ‘χουν, δες αυτοί αν  σε σώσουν.
Φιλοκτήτης
Με τη θέλησή μου ποτέ την Τροία δεν θα δω.
Νεοπτόλεμος
Τι μένει να κάνουμε, αν με λόγια που λέω
σε ‘σένα να σε πείσουμε δε δυνηθούμε; να
σωπάσω το πιο εύκολο είναι για ‘μένα και
‘σύ  όπως ζεις τώρα να ζεις, χωρίς λυτρωμό.
Φιλοκτήτης
Αυτά που πρέπει να πάθω, άσε με ‘μένα να
πάθω. Όσα μου υποσχέθηκες, όμως, στο
δεξί μου ακουμπώντας, εμένα στην πατρίδα
να στείλεις, αυτά κάνε για μένα, παιδί μου,
και μην αργείς, ούτε να θυμηθείς πάλι την Τροία.
Αρκετά  έχω κλάψει με θρήνους γι αυτήν.                       1400





 Νεοπτόλεμος
Ας προχωρήσουμε ‘μείς, εσύ αν το θέλεις.
Φιλοκτήτης
Ω, τι γενναία η κουβέντα που είπες εσύ!
Νεοπτόλεμος
Τώρα, απάνω μου το πόδι σου στήριξε.
Φιλοκτήτης
Όσο, βέβαια, αυτό δυνηθώ να το κάνω.
Νεοπτόλεμος
Όμως, πώς θ’ αποφύγω των Αχαιών την οργή;
Φιλοκτήτης
 Αυτό μη σε νοιάζει.
Νεοπτόλεμος
Τι θα κάνω, αν αφανίζουν τη χώρα μου;
Φιλοκτήτης
Παρών εγώ θα ‘μαι.
Νεοπτόλεμος
Ποια ωφέλεια σε ‘μένα εσύ θα προσφέρεις;
Φιλοκτήτης
Μ’ αυτά εδώ τα ηράκλεια βέλη.
Νεοπτόλεμος
Πώς το εννοείς;
Φιλοκτήτης
Εμπόδιο θα μπω να πλησιάζουν.
Νεοπτόλεμος
Προχώρα, αφού πρώτα τη γη προσκυνήσεις.
Ηρακλής
Όχι ακόμα, πριν τα λόγια μου ακούσεις,
του Ποίαντα φύτρα. Μάθε πως ακούς τη φωνή
του Ηρακλή και την όψη του βλέπεις. Έχω                      1410
έλθει για χάρη σου την ουράνια κατοικία
αφήνοντας, του Δία τις βουλές σε ‘σένα να
‘πώ και να εμποδίσω το δρόμο που παίρνεις εσύ.



 Στα λόγια μου υπάκουσε. Πρώτα θα σου πω τα
δεινά τα δικά μου, πόσα βάσανα πέρασα
και υπόφερα για την αρετή την αθάνατη,
όπως μπορείς ‘σύ να δεις. Και σε ‘σένα, καλά να            1420
το ξέρεις, είναι γραμμένο αυτό να σου τύχει
και απ’ αυτά τα δεινά δοξασμένη ζωή ν’
αποκτήσεις. Όταν μαζί με τούτον τον άνδρα
στην τρωική φτάσεις την πόλη, πρώτα πρώτα
θα γιάνεις απ’ τη  φρικτή την αρρώστια κι αφού ο
πρώτος του στρατού στην ανδρεία κριθείς, του Πάρι,
που αίτιος έγινε γι αυτά τα δεινά, με τα
δικά μου τα τόξα τη ζωή θα του πάρεις και
θα κουρσέψεις την Τροία και λάφυρα, βραβεία
ανδρείας απ’ το στράτευμα παίρνοντας, ‘σύ στο
δικό σου παλάτι θα στείλεις, στο γονιό σου τον
Ποίαντα στης πατρικής τ’ οροπέδιο Οίτης.                      1430
Όσα λάφυρα πάρεις απ’ αυτόν το στρατό
φέρτα στης πυράς μου τον τόπο σ’ ανάμνηση
των δικών μου των τόξων. Και σε σένα, παιδί
τ’ Αχιλλέα, αυτά συμβουλεύω. Γιατί ούτε
‘σύ μπορείς χωρίς αυτόν να πάρεις τη χώρα της
Τροίας, ούτ’ αυτός χώρια από ‘σένα. Αλλά σαν
λιοντάρια που βόσκουν μαζί να προσέχετε
εσένα αυτός κι αυτόνε εσύ. Κι εγώ τον Ασκληπιό
θα στείλω στην Τροία που τη δική σου θα γιάνει
πληγή. Γιατί για δεύτερη τώρα φορά απ’ τα                   1440 
δικά μου τα τόξα είναι γραμμένο να πέσει.
Αυτό όμως στο νου σας να το ‘χετε, όταν τη
χώρα κουρσεύετε, τους θεούς να τιμάτε.
Όλα τ’ άλλα δεύτερα ο πατέρας Δίας τα
κρίνει. Το σέβας δεν πεθαίνει με τους ανθρώπους
μαζί. Κι όταν ζουν ή πεθαίνουν, δε χάνεται.


 Φιλοκτήτης
 Ω εσύ που ‘στειλες σε μένα την ποθητή
σου φωνή για να φανερωθείς μετά από τόσον
καιρό. Δε θ’ απιστήσω στα δικά σου τα λόγια.
Νεοπτόλεμος
 Κι εγώ με αυτή τη βουλή σύμφωνος είμαι.
Ηρακλής
Μην αργείτε πολύ για να φύγετε. Καιρός για
φευγιό, τι κατάπρυμνα φυσάει ο άνεμος.                        1450
Φιλοκτήτης
 Εμπρός, τώρα, αναχωρώντας ας χαιρετήσω
τη χώρα. Χαίρε σπηλιά που πιστά με φρουρούσες,
ένυδρες νύμφες των υγρότοπων και κύμα του
ακρογιαλιού πολυθόρυβο, όπου πολλές
φορές στη σπηλιά το κεφάλι μου απ’ του νοτιά
το φύσημα βράχηκε79και συχνά το βουνό τού
Ερμή έστελνε πίσω σε ‘μένα το δύστυχο
τον αντίλαλο πόνο της δικής μου φωνής.                        1460
Τώρα, όμως, βρύσες και νερό της Λυκίας,
σας αφήνω, σας αφήνω πια χωρίς ποτέ
να ‘χα αυτήν την ελπίδα. Χαίρε πεδιάδα
της Λήμνου περίβρεκτη και χωρίς κακό ούρια
στείλε με, όπου η μεγάλη μοίρα με πάει
και των συντρόφων μου η ευχή κι ο θεός ο
αδάμαστος, αυτός που αυτά τα ‘χει ορίσει.
Χορός
Μαζί ας πάμε, αφού δέηση στις θαλάσσιες                     1470
κάνουμε νύμφες του γυρισμού σωτήρες να ‘ρθούν.