Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009
Το μακεδονικό και το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού
Οι "Σκοπιανοί" έχουν κατασκευάσει ένα παρελθόν που ανάγεται στα χρόνια του Φίλιππου Β' και του Μεγαλέξανδρου και δίνουν αρχαιομακεδονικά ονόματα σε δρόμους και αεροδρόμια.
'Εχουν αυτοαναγορευθεί κληρονόμοι των αρχαίων Μακεδόνων, παρ' ότι η γλώσσα που μιλάνε είναι ένα βουλγαρικό ιδίωμα και ο Γκλιγκόροφ, πρόεδρος της περασμένης δεκαετίας, έχει δηλώσει ότι ο λαός του είναι σλαβικός.
Τελευταία, έφτασαν στο σημείο, προκαλώντας θυμηδία, να "ανακαλύψουν" ότι η γνωστή στήλη της Ροζέττας έχει στοιχεία της δικής τους γλώσσας.
Η αλήθεια είναι ότι αυτή η χάλκευση δεν είναι κεραυνός εν αιθρία.
Από το 1944 υπάρχει η "λαϊκή δημοκρατία της Μακεδονίας" κι εμείς, το ελληνικό κράτος, στα επίσημα έγγραφά μας, τους αποκαλούσαμε Μακεδόνες.
Τότε οι Αμερικανοί είχαν καταγγείλλει την ανακήρυξη, από τον Τίτο με τη συναίνεση του Στάλιν, της "λαϊκής δημοκρατίας της Μακεδονίας", στα πλαίσια της αντιπαλότητάς τους με το Σοβιετικό καθεστώς.
Όταν έγινε η διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας, άνοιξαν οι ασκοί του αιόλου.
Στην ιστορία των κρατών, και του ελληνικού, υπάρχουν αντίστοιχα παραδείγματα κατασκευής μύθων και εθνικιστικού παραληρήματος.
Ο κάθε λαός έχει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού του και κανείς δεν μπορεί να το απαγορεύσει στους γειτόνους μας, πολλώ μάλλον τώρα που έχουν την καθολική διεθνή συμπαράσταση ή ανοχή.
Η ελληνική πλευρά λέει ότι η, μια κάποια, αλλαγή του ονόματος είναι εκ των ων ουκ άνευ για να μην σταθούμε εμπόδιο στην είσοδό τους στους διεθνείς οργανισμούς.
Όμως, το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι το όνομα, αλλά ο αλυτρωτισμός των γειτόνων μας, συνεπικουρούμενων από τους υψηλούς προστάτες τους, και η πεποίθηση της λαϊκής μάζας, ελέω προπαγάνδας, ότι οι πρόγονοί τους είναι οι αρχαίοι Μακεδόνες.
Αυτά δεν μπορούν να αλλάξουν.
Δεν μπορούν οι ηγέτες τους να τους πουν ότι τους ξεγέλασαν και τους βάφτισαν Μακεδόνες για εθνικιστικές σκοπιμότητες.
Σήμερα, προσπαθούμε και απαιτούμε να τους αλλάξουμε το συνταγματικό τους όνομα.
Τι τους εμποδίζει να εκδηλώσουν τον επεκτατισμό τους, ακόμα και αν αλλάξουν το όνομά τους, πιεζόμενοι από την ανάγκη ένταξής τους στο ΝΑΤΟ και στην ευρωπαίκή ένωση;
Οι αλυτρωτισμοί αίρονται με τα διεθνή ερείσματα, την οικονομική, κυρίως, συνεργασία και τη φιλία των δύο λαών, που εμπεδώνεται με την καθημερινή επαφή των ανθρώπων (έτσι σταμάτησε το δικό μας παραλήρημα γύρω από το "βορειοηπειρωτικό"),
Υ.Γ
1.Και όμως, ο γκαντέμης θα είχε λύσει το ζήτημα, αν δεν τον απειλούσαν με πτώση της κυβέρνησής του οι "υπερπατριώτες" καραμανλικοί.
2.Ποιος από μας ξέρει, με τις τόσες προσμείξεις των λαών, από πού κρατάει η σκούφια του;
Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009
Στο όνομα του διεθνισμού
Αυτές τις μέρες, οι σιωνιστές, κατακτητές της Παλαιστίνης, σφαγιάζουν τον παλαιστινιακό λαό.
Ο ιρακινός και ο αφγανικός λαός σφαγιάζονται από τους αμερικανούς και τους συμμάχους τους.
Παλιότερα, το ΝΑΤΟ βομβάρδισε τη Σερβία με εκατόμβη νεκρών.
Τα κόμματα και οι οργανώσεις της ελληνικής αριστεράς κατήγγειλαν και καταγγέλλουν αυτές τις γενοκτονίες.
Αυτό που με θυμώνει είναι η επιλεκτική οργή, στο όνομα του διεθνισμού.
Όταν οι Σοβιετικοί σφαγίαζαν τον αφγανικό λαό και, παλιότερα, στις δεκαετίες του '50 και του '60, τα τανκς τους "χόρευαν" πάνω στα κορμιά και στα όνειρα ανθρώπων, αριστερές δυνάμεις τούς συμπαραστέκονταν.
Ένας αριστερός, όταν σφαγιάζει, ή και φυλακίζει ακόμα, τον ιδεολογικό του αντίπαλο, δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, αριστερός.
Οι ιδέες δεν φυλακίζονται.
Και τώρα, η ίδια αυτή αριστερά σε καλεί να συσστρατευτείς για να καταγγείλεις μαζί της τον ιμπεριαλισμό.
Κι εσύ , επειδή σέβεσαι τον εαυτό σου και τη μνήμη σου, επειδή θυμάσαι τότε που σου λέγανε ότι το Τσέρνομπιλ ήταν κατασκεύασμα της αντίδρασης και των εχθρών του σοσιαλισμού, αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να συμπορευτείς, δεν πρέπει να συμπορευτείς.
Μέχρι να καταλάβουν ότι ο πραγματικός σοσιαλισμός ή θα έλθει ειρηνικά, με ιδεολογική πάλη και λαϊκή συναίνεση, ή δεν θα έλθει ποτέ.
Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008
Μνήμες του '50 και '60
Ο πατέρας με τα γιορτινά και "της δηλωτής το λουκούμι".
Η μητέρα, η ήρεμη δύναμη.
Το πάθος για το στριφτό της δεκάρας και των άλλων σκληρών νομισμάτων.
Το στολισμένο σαμάρι για το ταξίδι στα Βεσινέικα.
Το 15ωρο χαρτοπαίγνιο των χριστουγεννιάτικων διακοπών.
Ο θυμός για τους απριλιανούς πραξικοπηματίες.
Η χανάκα με τα ζίλια, το ζυμάρι και το πολύχρωμο χαρτί.
Η κουρελένια μπάλα ποδοσφαίρου.
Η γουρουνίσια φούσκα του βόλεϋ.
Η αστυνομική περιπολία καθηγητών στις ατραπούς του χωριού "για το καλό μας".
Οι Λαμπράκηδες που νόμιζα πως ήταν παλαιστές.
Το σκίτσο του ολυμπιακού στο τζάκι που προκαλούσε τα παναθηναϊκά μου αισθήματα.
Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008
'Θεμιστοκλής", του Γιάννη Ρίτσου
γνώριζε
πως κάθε απελευθέρωση σημαίνει μια καινούργια υποδούλωση,
χειρότερη,
πολύ χειρότερη απ' την πρώτη, αυτός ο μεγαλόπνοος, ο πιο άξιος
απ' όλους μας, τώρα
ύποπτος σ' όλους, παρεξηγημένος, ολομόναχος, κυνηγημένος
από Αθηναίους και Λακεδαιμονίους μαζί -και να μη βρίσκει
ούτε στην Κέρκυρα καν προστασία
(που τον λογιάζαν ευεργέτη τους ).
Έτσι,
μην έχοντας άλλη διέξοδο, πήρε το δρόμο να ζητήσει
απ' τους εχθρούς του σωτηρία
κ' ήξερε πως αυτό προσμέναν οι άλλοι: "Να η απόδειξη της ενοχής του",
"τι τα θέλουμε πιότερα", "να η προδοσία του, ολοφάνερη".
Κ' εκείνος,
μαζεμένος εκεί στην παραστιά**,
με το βρέφος του Αδμήτου στα χέρια,
προσπέφτοντας ικέτης να τον σπλαχνιστεί ο εχθρός του.
Κ' ύστερα,
στη χώρα του Αρταξέρξη -τι πικρές υποδοχές για κείνον,
όσο πιο μεγάλες,
τι γράμματα και τι υποσχέσεις -και τα δώρα
κ' οι τιμές των βαρβάρων:
Η Μαγνησία ολάκερη ψωμί του, η Λάμψακος κρασί του,
η Μισούντα προσφάι του.
Κι αυτός ν' αναβάλει, να ζητά καινούργιες προθεσμίες, να δικαιολογείται:
Να μάθει πρώτα περσικά, να τα μιλήσει κατευθείαν στο βασιλέα,
χωρίς τρίτους,
χωρίς μεταφράσεις κι αναπότρεπτες αλλοιώσεις -όλα θα τα πει:
Το πώς, το τι, το πότε -τίποτα δεν θα κρύψει-, μυστικές οχυρώσεις, τα τρωτά σημεία.
Ώσπου, στο τέλος, το βράδι της "μεγάλης συνάντησης", κ' ενώ ο Αρταξέρξης τον
περίμενε με αδημονία
φορώντας την επίσημη στολή του, εκείνος ντύθηκε τα ελληνικά του
πούχε φέρει απ' την πατρίδα
ολότελα φθαρμένα πια, πλησίασε ήσυχα το πολυσκάλιστο τραπέζι
κ΄έγραψε στους δικούς του μια μικρή παραγγελιά:
"Να μεταφέρετε τα αστά μου
κάπου στην Αττική, κρυφά απ' τους Αθηναίους".
Α, ναι, στην Αττική. Κι άδειασε το ποτήρι
μεμιάς ως κάτω.
Εκεί τον βρήκανε την ίδια νύχτα με τα φτωχικά
του ρούχα,
ακίνητον, γαλήνιον επιτέλους. Και τον πένθησαν βαρύτατα οι
Πέρσες. Ως τα σήμερα,
στην Αγορά της Μαγνησίας, διατηρείται το λαμπρό του μνημείο.
Όσο για τ' άλλο,
για την παραγγελιά του δηλαδή, μήτε που μάθαμε αν ποτές φτάσαν
στην Αττική τα οστά του.
** O Άδμητος, βασιλιάς των Μολοσσών της Ηπείρου, ήταν πολιτικός αντίπαλος του Θεμιστοκλή. Μετά την Κέρκυρα, κυνηγημένος από Αθηναίους και Λακεδαιμονίους, ο Θ.κατέφυγε στην αυλή του Άδμητου, ελπίζοντας να τον βοηθήσει.
Ο Θ. κάθισε, ικέτης, δίπλα στην εστία κρατώντας στα γόνατά του το μωρό του Άδμητου, όπως τον συμβούλευσε η γυναίκα του βασιλιά.
Έτσι, ο Άδμητος τον έθεσε υπό την προστασία του και αρνήθηκε να τον παραδώσει στους Αθηναίους και τους Λακεδαιμονίους που είχαν καταφθάσει στην αυλή του.
Η χρήση του "άμεσα"
"Αμεσα" σημαίνει απευθείας, χωρίς παρέμβαση άλλων.
π.χ Κατηγορήθηκε, γιατί αγνόησε την ιεραρχία και απευθύνθηκε άμεσα στον διευθυντή του.
Μόνο το "αμέσως" μπορεί να χρησιμοποιηθεί για χρονικό προσδιορισμό.
Σπάνια, όμως, βλέπουμε γραμμένο ή ακούμε το "άμεσα" με τη σωστή του σημασία.
Παραδείγματα λαθεμένης χρήσης τού "άμεσα"
Η πυροσβεστική έφθασε άμεσα (δηλαδή δεν έκανε... ζικ-ζακ)
Οι μαθητές βλέποντας τον διευθυντή σταμάτησαν τη διένεξή τους άμεσα (δηλαδή;)
Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008
Μια φοιτήτρια για τον Αλέξανδρο
Το τραγικό τέλος του Αλέξανδρου έχει κάτι το σχεδόν ειρωνικό: ένα παιδί των βορείων προαστίων και των ιδιωτικών σχολείων έγινε σύμβολο των Εξαρχείων.
Δεν ήταν ακριβώς σύμβολο, αλλά τον κάναμε σύμβολο, γιατί απλώς το είχαμε ανάγκη.
Ο θάνατός του λειτούργησε σαν τον μαγικό καθρέφτη των επιθυμιών: όλοι κοιτάζουν τον ίδιο καθρέφτη, αλλά ο καθένας βλέπει μέσα σε αυτόν να αποτυπώνεται κάτι διαφορετικό.
Ο μαθητής το άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα, ο φοιτητής τα ιδιωτικά κολέγια, ο εργαζόμενος τα παραβιασθέντα εργασιακά του δικαιώματα, ο νέος τον φόβο της ανεργίας, η νοικοκυρά τις υψηλές τιμές, ο έμπορος τα μειωμένα του κέρδη.
Πάνω σε ένα δεκαπεντάχρονο παιδί φορτώσαμε όλοι μας τα προβλήματα του παρόντος και τους φόβους του μέλλοντος. Ολοι σκεφτήκαμε κάτι διαφορετικό, αλλά νιώσαμε το ίδιο και αντιδράσαμε το ίδιο.
Κατεβήκαμε στην πορεία και φωνάξαμε συνθήματα τόσο για εκείνον που χάθηκε όσο και για εμάς που φοβόμαστε ότι θα χαθούμε σύντομα, αν δεν κάνουμε κάτι.
Ο δρόμος που περπατούσαμε κάθε μέρα υπηρετώντας το σύστημα, για να πάμε στη σχολή, στη δουλειά, στα μαγαζιά, μέσα σε μια μόνο νύχτα έγινε ο δρόμος που περπατούσαμε χτυπώντας το σύστημα, για να διαμαρτυρηθούμε, να καταγγείλουμε, να παλέψουμε, να ξεσπάσουμε.
Αυτός ο πυροβολισμός στα Εξάρχεια τρόμαξε την κοινωνία- την έκανε να δει τι συμβαίνει όταν πάψεις να παλεύεις και να διεκδικείς, την ξύπνησε έστω και λίγο απότομα. Η σφαίρα αυτή έκλεισε για πάντα τα μάτια του Αλέξανδρου, αλλά άνοιξε τα μάτια της κοινωνίας.
Αντίο, Αλέξανδρε.
Οταν σταμάτησε να χτυπά η καρδιά σου, άρχισε να κινείται η ελληνική κοινωνία.
Σε θυσιάσαμε, σε χρησιμοποιήσαμε, αλλά και σε αγαπήσαμε. Ευχαριστούμε και συγγνώμη.
www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artid=246200
Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2008
Οι ενοχές του οδηγού του τανκ που έριξε την πόρτα του Πολυτεχνείου
Η πρώτη συνέντευξη του Α. Σκευοφύλακα στο Βήμα (Μόνο οι απαντήσεις)
"Την ημέρα εκείνη ήμουν υπηρεσία. Στο στρατό είχα δέκα μήνες. Ημουν εκπαιδευτής στο Κέντρο Τεθωρακισμένων, στο Γουδί. Τότε, οι "μαυροσκούφηδες" ήταν σώμα επιλέκτων. Πήγα εθελοντικά. Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, μπήκαμε επιφυλακή."Οι κομμουνιστές καίνε την Αθήνα" μας έλεγαν και εμείς τους πιστεύαμε. Θυμάμαι στο στρατόπεδο κάποιοι είχαν ραδιοφωνάκια και ακούγαμε στα κρυφά τον σταθμό του Πολυτεχνείου."Παλιοκουμμούνια θα καλοπεράσετε!", λέγαμε.
Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου, η ίλη μου πήρε εντολή να ετοιμαστεί για έξοδο. Αποφασίστηκε να βγουν πέντε δικά μας άρματα, κάτι γαλλικά AMX30. Εγώ ήμουν οδηγός στο πρώτο άρμα που βγήκε στο δρόμο. Στο ίδιο άρμα βρισκόταν ο αξιωματικός Μιχάλης Γουνελάς, ως επικεφαλής.
Στη 1.15 το πρωί της 17ης Νοεμβρίου φτάσαμε στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας. Λίγο αργότερα διασχίζαμε την Αλεξάνδρας, όταν στο ύψος του IKA, στη στάση Σόνια, σταματήσαμε γιατί ο δρόμος ήταν κλειστός. Υπήρχαν οδοφράγματα, φωτιές και ακινητοποιημένα λεωφορεία. Με διάφορες μανούβρες αριστερά - δεξιά, μπρος πίσω, άνοιξα το δρόμο και προχωρήσαμε. Ο δρόμος για τα τανκς ήταν ανοιχτός πλέον προς το Πολυτεχνείο. Οταν φτάσαμε στη διασταύρωση της λεωφόρου Αλεξάνδρας και της οδού Πατησίων, μας έδωσαν εντολή να σταματήσουμε. Εκεί, στην πλατεία Αιγύπτου, μείναμε περίπου μία ώρα. Ο κόσμος θυμάμαι ότι μας φώναζε "είμαστε αδέλφια, είμαστε αδέλφια". Εγώ ήθελα να τους φάω. Τους έβλεπα σαν παράσιτα.
Μας είπαν να πάμε κοντά στο Πολυτεχνείο, αλλά όχι μπροστά στην πόρτα. Αυτό κάναμε. Σταματήσαμε λίγα μέτρα πιο πέρα.
Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα, έστριψα το άρμα προς το Πολυτεχνείο, με γυρισμένο το πυροβόλο προς τα πίσω. Θυμάμαι ότι σηκώθηκα από τη θέση μου και εγώ και το άλλο πλήρωμα. Δεκάδες φοιτητές κρέμονταν από τα κάγκελα, ενώ εκατοντάδες βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο. Εδειχναν πανικόβλητοι. Και εγώ,να σκεφτείς, τους έβλεπα σαν μαμούνια που ήθελα να τα φάω.
Τότε, ήρθε ο οδηγός εδάφους του άρματος και μου λέει: "Θα μπούμε μέσα, θα ρίξουμε την πύλη. Ετοιμάσου!"». Πήρα θέση και ξεκίνησα. Δεν έβλεπα πολλά πράγματα, δεν είχα καλό οπτικό πεδίο, γιατί κοιτούσα πλέον από τη θυρίδα του άρματος. Δέκα εκατοστά πριν από την πόρτα, σταμάτησα. Σταμάτησα σκόπιμα. Αυτό φαίνεται στο βίντεο της εποχής. Στο φρενάρισμα, οι φοιτητές τρομαγμένοι έφυγαν προς τα πίσω. Αν έμπαινα με ταχύτητα, θα σκότωνα δεκάδες άτομα που εκείνη τη στιγμή ήταν κρεμασμένα στα κάγκελα.
H καγκελόπορτα έπεσε αμέσως. Πίσω από τη σιδερένια πύλη ήταν σταθμευμένο το Μερσεντές το οποίο είχαν βάλλει εκεί οι φοιτητές για να φράξουν την είσοδο. Το έκανα αλοιφή. H αριστερή ερπύστρια το έλιωσε. Με το που έπεσε η πύλη του Πολυτεχνείου, εισέβαλαν οι αστυνομικοί για να συλλάβουν τους φοιτητές. Λίγο αργότερα κατέβηκα και εγώ από το άρμα και μπήκα στο χώρο του Πολυτεχνείου. Δεν υπήρχε νεκρός. Θα μπορούσε όμως και να υπάρχουν νεκροί.
Αστυνομικοί κυνηγούσαν και χτυπούσαν τους φοιτητές όπου τους έβρισκαν. Αν δεν ήταν οι ΛΟΚατζήδες να τους σταματήσουν -θυμάμαι ότι πολλές φορές πιάστηκαν στα χέρια μαζί τους -δεν ξέρω και γω τι θα γινόταν.
Στο προαύλιο του Πολυτεχνείου ήταν πολλοί χτυπημένοι. Θυμάμαι ότι είδα πολλούς τραυματίες, ενώ τρεις - τέσσερις ήταν σωριασμένοι κάτω, ακίνητοι. Δεν ξέρω αν ήταν νεκροί. Δεν κοίταξα να δω. Κάποια στιγμή ένας φοιτητής όρμησε κατά πάνω μου και μου είπε: "τι κατάλαβες τώρα που μπήκες;". Αφήνιασα. Εβγαλα το πιστόλι και προτάσσοντάς το γύρισα και του είπα ουρλιάζοντας: "σκάσε, ρε κωλόπαιδο, μη σε καθαρίσω". Αυτός ο φοιτητής δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε εκείνη τη στιγμή... Αν έλεγε μια κουβέντα παραπάνω, θα τον σκότωνα! Τέτοιος ήμουν. Ενας φασίστας.
Οπως περνούσαν οι φοιτητές, θυμάμαι ότι έριχναν μέσα στο τανκ πακέτα τσιγάρα και ό,τι προμήθειες είχαν μαζί τους. Οταν γυρίσαμε στο Γουδί, το άρμα έμοιαζε με περίπτερο. Οσο σκέφτομαι ότι οι φοιτητές μας έδιναν σάντουιτς και τσιγάρα, μετά απ' όσα τους κάναμε... Δεν μπορώ να το συχωρέσω αυτό το πράγμα στον εαυτό μου. Σκέφτομαι τι πήγα και έκανα.
Οταν γυρίσαμε στο στρατόπεδο, έγινα ήρωας. Οι στρατιωτικοί μου έδιναν συγχαρητήρια. Τότε αισθανόμουν ότι ήμουν κάποιος, ότι έκανα κάτι καλό, κάτι μεγάλο. Είχα γίνει ο ήρωας που διέλυσε τους εχθρούς της πατρίδας, τα "παλιοκουμμούνια", όπως λέγαμε τότε τους φοιτητές. Αυτά μου έλεγαν, αυτά πίστευα. Ενιωθα περήφανος. Ημουν και εγώ φασίστας.
Την επόμενη εβδομάδα έγινε η στάση του Ιωαννίδη. Ημουν πάλι σε επιφυλακή. Μας πάνε στο ΓΕΣ.Στο προαύλιο λάβαμε θέσεις. Δεν ξέραμε γιατί πήγαμε εκεί. Δεν μας είπαν. Γυρνώντας στο Γουδί μάθαμε ότι έριξαν τον Παπαδόπουλο. Τότε μέσα μου κάτι άλλαξε. Αυτοί που τον παρουσίαζαν σαν θεό, τώρα τον έβριζαν. Δεν μπορούσα να το καταλάβω αυτό. "Μα είναι τόσο πουλημένοι όλοι τους;" αναρωτήθηκα. Αυτοί πάνε όπου φυσάει ο βοριάς."Πουλημένα τομάρια", είπα μέσα μου. Θυμάμαι ότι ο Μιχάλης Γουνελάς παρέδωσε τα γαλόνια του στους άνδρες της ΕΣΑ, που ήρθαν στο Κέντρο και τον συνέλαβαν.
Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εκανα όποια δουλειά μπορείς να φανταστείς. Εργάτης κατάλαβα ότι δεν μπορώ να έχω τα ίδια αιτήματα με τους εργοδότες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές ψήφισα δύο φορές KKE.
Στη δουλειά πριν από χρόνια κάποιος άκουσε πώς με λένε και ρώτησε αν έχω κάποια σχέση με τον "πορτάκια", όπως είπε, του Πολυτεχνείου."Ξάδελφός μου είναι, μακρινός. Σκοτώθηκε σε τροχαίο", απάντησα. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ 20 χρονών. Ο έφεδρος στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο! Οι φίλοι μου δεν ξέρουν ποιος είμαι , ούτε κανείς στη γειτονιά. Μόνο η γυναίκα μου το ξέρει.Της το είπα ύστερα από χρόνια. Στα παιδιά μου δεν το είπα ακόμη.
Ντρέπομαι γι' αυτό που ήμουν, γι' αυτό που έκανα. Στη θέση μου θα μπορούσε να βρεθεί ο καθένας, έφεδρος στρατιώτης ήμουν άλλωστε.Δεν με απαλλάσσει όμως αυτό. Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου.
Οι άνθρωποι που αντιστάθηκαν στη χούντα είχαν μεγάλη ψυχή. Ηταν παλικάρια. Δεν ξέρω αν έχει νόημα, αλλά θα ήθελα να τους πω μια μεγάλη συγγνώμη.
..................
Ο οδηγός του τανκ δεν θα ξεχάσει τη νεαρή φοιτήτρια που τραυματίστηκε σοβαρά κατά την εισβολή του τανκ, την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών Πέπη Ρηγοπούλου.
"Πιστεύω ότι, αν τη δω σήμερα, δεν θα ξέρω τι να της πω. Πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια πέρασε από το μυαλό μου να τη συναντήσω, αλλά σταματούσα. Θα ήθελα να τη δω, να της πω. Δεν τολμάω όμως. Τα λόγια δεν σβήνουν τις πράξεις".