Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2009
Δυο άδεια κιβώτια
Δυο παράλληλες πορείες
Οι επίλεκτοι του Άρη περπάτησαν, στις αρχές του 1945, από τη Ρούμελη μέχρι την Αλβανία .
Το πολιτικό γραφείο είπε στον Άρη να φτάσει στα σύνορα κι εκεί θα του έστελνε τα έγγραφα για τη διασύνδεσή του με τις "αδελφές" χώρες .
Εκείνες, του είπαν, θα τον βοηθούσαν να ξεκινήσει τον αγώνα του εναντίον των Εγγλέζων κατακτητών.
Και ο Άρης τους πίστεψε.
Δεν κατάλαβε το σχέδιο που ξευτέλιζε τον καπετάνιο του Ε.Λ.Α.Σ.
Δεν έπρεπε ο Άρης να διασαλεύσει την τάξη που είχε επιβάλλει η Γιάλτα και η Βάρκιζα.
Έπρεπε να απομακρυνθεί όσο πιο μακριά γινόταν από τα λημέρια του.
Στα σύνορα κατάλαβε το σχέδιό τους και, ερείπιο, πήρε το δρόμο της επιστροφής, για να πεθάνει, όπως είπε, στον τόπο του.
Το δημοσίευμα του Ριζοσπάστη, για το "δηλωσία μιζέρια", του έδωσε τη χαριστική βολή.
Όταν τον κύκλωσαν οι συμμορίες, δεν προσπάθησε να ξεφύγει, δεν είχε λόγο να ζήσει...
Την ίδια σχιζοφρενική πορεία παρακολουθούμε και στο "Κιβώτιο" του Άρη Αλεξάνδρου.
Οι 34 επίλεκτοι σύντροφοι, το 1949, λίγο πριν λήξει ο εμφύλιος, είχαν αναλάβει την αποστολή να μεταφέρουν ένα σιδερένιο κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ.
Είχαν την ψευδαίσθηση ότι στο κιβώτιο υπήρχε κάτι πολύ σημαντικό, που έπρεπε πάση θυσία να παραδώσουν στην πόλη Κ.
Από αυτό το κάτι εξαρτιόταν, όπως τους είχαν πει, το μέλλον του τόπου αλλά και του κόσμου.
Όσοι δεν μπορούσαν να αντέξουν την εξαντλητική πεζοπορία, έπρεπε να "κυανισθούν", για να μην πέσουν στα χέρια του "εχθρού".
Τελικά, σώθηκε μόνο ένας.
Παρέδωσε το κιβώτιο στην πόλη Κ, αλλά προφυλακίσθηκε με την κατηγορία ότι ο εχθρός, στη διάρκεια της πορείας, είχε αλλάξει το γεμάτο κιβώτιο με ένα άλλο, άδειο.
Εξ αιτίας του, η αποστολή, αποστολή "αυτοκτονίας", όπως τους είχαν πει, απέτυχε και τώρα έπρεπε να δώσει λόγο γι αυτήν την αποτυχία.
Στις σελίδες του "κιβωτίου" ξετυλίγεται όλη η τραγικότητα της αριστεράς.
Το άδειο, και μάλιστα οξυγονοκολημένο, σιδερένιο κιβώτιο, η ψευδαίσθηση των επίλεκτων συντρόφων, ο υποχρεωτικός κυανισμός των ανήμπορων, οι σφραγισμένες κόλλες στις οποίες έγραφε την απολογία του ο ύποπτος σύντροφος, και πολλά ακόμη, σκιαγραφούν τον μονολιθισμό και την ιδεολογική "ορθοδοξία" που μέχρι σήμερα κατατρύχει τα σωθικά της αριστεράς.
Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009
Το μακεδονικό και το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού
Οι "Σκοπιανοί" έχουν κατασκευάσει ένα παρελθόν που ανάγεται στα χρόνια του Φίλιππου Β' και του Μεγαλέξανδρου και δίνουν αρχαιομακεδονικά ονόματα σε δρόμους και αεροδρόμια.
'Εχουν αυτοαναγορευθεί κληρονόμοι των αρχαίων Μακεδόνων, παρ' ότι η γλώσσα που μιλάνε είναι ένα βουλγαρικό ιδίωμα και ο Γκλιγκόροφ, πρόεδρος της περασμένης δεκαετίας, έχει δηλώσει ότι ο λαός του είναι σλαβικός.
Τελευταία, έφτασαν στο σημείο, προκαλώντας θυμηδία, να "ανακαλύψουν" ότι η γνωστή στήλη της Ροζέττας έχει στοιχεία της δικής τους γλώσσας.
Η αλήθεια είναι ότι αυτή η χάλκευση δεν είναι κεραυνός εν αιθρία.
Από το 1944 υπάρχει η "λαϊκή δημοκρατία της Μακεδονίας" κι εμείς, το ελληνικό κράτος, στα επίσημα έγγραφά μας, τους αποκαλούσαμε Μακεδόνες.
Τότε οι Αμερικανοί είχαν καταγγείλλει την ανακήρυξη, από τον Τίτο με τη συναίνεση του Στάλιν, της "λαϊκής δημοκρατίας της Μακεδονίας", στα πλαίσια της αντιπαλότητάς τους με το Σοβιετικό καθεστώς.
Όταν έγινε η διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας, άνοιξαν οι ασκοί του αιόλου.
Στην ιστορία των κρατών, και του ελληνικού, υπάρχουν αντίστοιχα παραδείγματα κατασκευής μύθων και εθνικιστικού παραληρήματος.
Ο κάθε λαός έχει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού του και κανείς δεν μπορεί να το απαγορεύσει στους γειτόνους μας, πολλώ μάλλον τώρα που έχουν την καθολική διεθνή συμπαράσταση ή ανοχή.
Η ελληνική πλευρά λέει ότι η, μια κάποια, αλλαγή του ονόματος είναι εκ των ων ουκ άνευ για να μην σταθούμε εμπόδιο στην είσοδό τους στους διεθνείς οργανισμούς.
Όμως, το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι το όνομα, αλλά ο αλυτρωτισμός των γειτόνων μας, συνεπικουρούμενων από τους υψηλούς προστάτες τους, και η πεποίθηση της λαϊκής μάζας, ελέω προπαγάνδας, ότι οι πρόγονοί τους είναι οι αρχαίοι Μακεδόνες.
Αυτά δεν μπορούν να αλλάξουν.
Δεν μπορούν οι ηγέτες τους να τους πουν ότι τους ξεγέλασαν και τους βάφτισαν Μακεδόνες για εθνικιστικές σκοπιμότητες.
Σήμερα, προσπαθούμε και απαιτούμε να τους αλλάξουμε το συνταγματικό τους όνομα.
Τι τους εμποδίζει να εκδηλώσουν τον επεκτατισμό τους, ακόμα και αν αλλάξουν το όνομά τους, πιεζόμενοι από την ανάγκη ένταξής τους στο ΝΑΤΟ και στην ευρωπαίκή ένωση;
Οι αλυτρωτισμοί αίρονται με τα διεθνή ερείσματα, την οικονομική, κυρίως, συνεργασία και τη φιλία των δύο λαών, που εμπεδώνεται με την καθημερινή επαφή των ανθρώπων (έτσι σταμάτησε το δικό μας παραλήρημα γύρω από το "βορειοηπειρωτικό"),
Υ.Γ
1.Και όμως, ο γκαντέμης θα είχε λύσει το ζήτημα, αν δεν τον απειλούσαν με πτώση της κυβέρνησής του οι "υπερπατριώτες" καραμανλικοί.
2.Ποιος από μας ξέρει, με τις τόσες προσμείξεις των λαών, από πού κρατάει η σκούφια του;
Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009
Στο όνομα του διεθνισμού
Αυτές τις μέρες, οι σιωνιστές, κατακτητές της Παλαιστίνης, σφαγιάζουν τον παλαιστινιακό λαό.
Ο ιρακινός και ο αφγανικός λαός σφαγιάζονται από τους αμερικανούς και τους συμμάχους τους.
Παλιότερα, το ΝΑΤΟ βομβάρδισε τη Σερβία με εκατόμβη νεκρών.
Τα κόμματα και οι οργανώσεις της ελληνικής αριστεράς κατήγγειλαν και καταγγέλλουν αυτές τις γενοκτονίες.
Αυτό που με θυμώνει είναι η επιλεκτική οργή, στο όνομα του διεθνισμού.
Όταν οι Σοβιετικοί σφαγίαζαν τον αφγανικό λαό και, παλιότερα, στις δεκαετίες του '50 και του '60, τα τανκς τους "χόρευαν" πάνω στα κορμιά και στα όνειρα ανθρώπων, αριστερές δυνάμεις τούς συμπαραστέκονταν.
Ένας αριστερός, όταν σφαγιάζει, ή και φυλακίζει ακόμα, τον ιδεολογικό του αντίπαλο, δεν είναι, δεν μπορεί να είναι, αριστερός.
Οι ιδέες δεν φυλακίζονται.
Και τώρα, η ίδια αυτή αριστερά σε καλεί να συσστρατευτείς για να καταγγείλεις μαζί της τον ιμπεριαλισμό.
Κι εσύ , επειδή σέβεσαι τον εαυτό σου και τη μνήμη σου, επειδή θυμάσαι τότε που σου λέγανε ότι το Τσέρνομπιλ ήταν κατασκεύασμα της αντίδρασης και των εχθρών του σοσιαλισμού, αισθάνεσαι ότι δεν μπορείς να συμπορευτείς, δεν πρέπει να συμπορευτείς.
Μέχρι να καταλάβουν ότι ο πραγματικός σοσιαλισμός ή θα έλθει ειρηνικά, με ιδεολογική πάλη και λαϊκή συναίνεση, ή δεν θα έλθει ποτέ.
Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008
Μνήμες του '50 και '60
Ο πατέρας με τα γιορτινά και "της δηλωτής το λουκούμι".
Η μητέρα, η ήρεμη δύναμη.
Το πάθος για το στριφτό της δεκάρας και των άλλων σκληρών νομισμάτων.
Το στολισμένο σαμάρι για το ταξίδι στα Βεσινέικα.
Το 15ωρο χαρτοπαίγνιο των χριστουγεννιάτικων διακοπών.
Ο θυμός για τους απριλιανούς πραξικοπηματίες.
Η χανάκα με τα ζίλια, το ζυμάρι και το πολύχρωμο χαρτί.
Η κουρελένια μπάλα ποδοσφαίρου.
Η γουρουνίσια φούσκα του βόλεϋ.
Η αστυνομική περιπολία καθηγητών στις ατραπούς του χωριού "για το καλό μας".
Οι Λαμπράκηδες που νόμιζα πως ήταν παλαιστές.
Το σκίτσο του ολυμπιακού στο τζάκι που προκαλούσε τα παναθηναϊκά μου αισθήματα.
Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2008
'Θεμιστοκλής", του Γιάννη Ρίτσου
γνώριζε
πως κάθε απελευθέρωση σημαίνει μια καινούργια υποδούλωση,
χειρότερη,
πολύ χειρότερη απ' την πρώτη, αυτός ο μεγαλόπνοος, ο πιο άξιος
απ' όλους μας, τώρα
ύποπτος σ' όλους, παρεξηγημένος, ολομόναχος, κυνηγημένος
από Αθηναίους και Λακεδαιμονίους μαζί -και να μη βρίσκει
ούτε στην Κέρκυρα καν προστασία
(που τον λογιάζαν ευεργέτη τους ).
Έτσι,
μην έχοντας άλλη διέξοδο, πήρε το δρόμο να ζητήσει
απ' τους εχθρούς του σωτηρία
κ' ήξερε πως αυτό προσμέναν οι άλλοι: "Να η απόδειξη της ενοχής του",
"τι τα θέλουμε πιότερα", "να η προδοσία του, ολοφάνερη".
Κ' εκείνος,
μαζεμένος εκεί στην παραστιά**,
με το βρέφος του Αδμήτου στα χέρια,
προσπέφτοντας ικέτης να τον σπλαχνιστεί ο εχθρός του.
Κ' ύστερα,
στη χώρα του Αρταξέρξη -τι πικρές υποδοχές για κείνον,
όσο πιο μεγάλες,
τι γράμματα και τι υποσχέσεις -και τα δώρα
κ' οι τιμές των βαρβάρων:
Η Μαγνησία ολάκερη ψωμί του, η Λάμψακος κρασί του,
η Μισούντα προσφάι του.
Κι αυτός ν' αναβάλει, να ζητά καινούργιες προθεσμίες, να δικαιολογείται:
Να μάθει πρώτα περσικά, να τα μιλήσει κατευθείαν στο βασιλέα,
χωρίς τρίτους,
χωρίς μεταφράσεις κι αναπότρεπτες αλλοιώσεις -όλα θα τα πει:
Το πώς, το τι, το πότε -τίποτα δεν θα κρύψει-, μυστικές οχυρώσεις, τα τρωτά σημεία.
Ώσπου, στο τέλος, το βράδι της "μεγάλης συνάντησης", κ' ενώ ο Αρταξέρξης τον
περίμενε με αδημονία
φορώντας την επίσημη στολή του, εκείνος ντύθηκε τα ελληνικά του
πούχε φέρει απ' την πατρίδα
ολότελα φθαρμένα πια, πλησίασε ήσυχα το πολυσκάλιστο τραπέζι
κ΄έγραψε στους δικούς του μια μικρή παραγγελιά:
"Να μεταφέρετε τα αστά μου
κάπου στην Αττική, κρυφά απ' τους Αθηναίους".
Α, ναι, στην Αττική. Κι άδειασε το ποτήρι
μεμιάς ως κάτω.
Εκεί τον βρήκανε την ίδια νύχτα με τα φτωχικά
του ρούχα,
ακίνητον, γαλήνιον επιτέλους. Και τον πένθησαν βαρύτατα οι
Πέρσες. Ως τα σήμερα,
στην Αγορά της Μαγνησίας, διατηρείται το λαμπρό του μνημείο.
Όσο για τ' άλλο,
για την παραγγελιά του δηλαδή, μήτε που μάθαμε αν ποτές φτάσαν
στην Αττική τα οστά του.
** O Άδμητος, βασιλιάς των Μολοσσών της Ηπείρου, ήταν πολιτικός αντίπαλος του Θεμιστοκλή. Μετά την Κέρκυρα, κυνηγημένος από Αθηναίους και Λακεδαιμονίους, ο Θ.κατέφυγε στην αυλή του Άδμητου, ελπίζοντας να τον βοηθήσει.
Ο Θ. κάθισε, ικέτης, δίπλα στην εστία κρατώντας στα γόνατά του το μωρό του Άδμητου, όπως τον συμβούλευσε η γυναίκα του βασιλιά.
Έτσι, ο Άδμητος τον έθεσε υπό την προστασία του και αρνήθηκε να τον παραδώσει στους Αθηναίους και τους Λακεδαιμονίους που είχαν καταφθάσει στην αυλή του.
Η χρήση του "άμεσα"
"Αμεσα" σημαίνει απευθείας, χωρίς παρέμβαση άλλων.
π.χ Κατηγορήθηκε, γιατί αγνόησε την ιεραρχία και απευθύνθηκε άμεσα στον διευθυντή του.
Μόνο το "αμέσως" μπορεί να χρησιμοποιηθεί για χρονικό προσδιορισμό.
Σπάνια, όμως, βλέπουμε γραμμένο ή ακούμε το "άμεσα" με τη σωστή του σημασία.
Παραδείγματα λαθεμένης χρήσης τού "άμεσα"
Η πυροσβεστική έφθασε άμεσα (δηλαδή δεν έκανε... ζικ-ζακ)
Οι μαθητές βλέποντας τον διευθυντή σταμάτησαν τη διένεξή τους άμεσα (δηλαδή;)
Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008
Μια φοιτήτρια για τον Αλέξανδρο
Το τραγικό τέλος του Αλέξανδρου έχει κάτι το σχεδόν ειρωνικό: ένα παιδί των βορείων προαστίων και των ιδιωτικών σχολείων έγινε σύμβολο των Εξαρχείων.
Δεν ήταν ακριβώς σύμβολο, αλλά τον κάναμε σύμβολο, γιατί απλώς το είχαμε ανάγκη.
Ο θάνατός του λειτούργησε σαν τον μαγικό καθρέφτη των επιθυμιών: όλοι κοιτάζουν τον ίδιο καθρέφτη, αλλά ο καθένας βλέπει μέσα σε αυτόν να αποτυπώνεται κάτι διαφορετικό.
Ο μαθητής το άθλιο εκπαιδευτικό σύστημα, ο φοιτητής τα ιδιωτικά κολέγια, ο εργαζόμενος τα παραβιασθέντα εργασιακά του δικαιώματα, ο νέος τον φόβο της ανεργίας, η νοικοκυρά τις υψηλές τιμές, ο έμπορος τα μειωμένα του κέρδη.
Πάνω σε ένα δεκαπεντάχρονο παιδί φορτώσαμε όλοι μας τα προβλήματα του παρόντος και τους φόβους του μέλλοντος. Ολοι σκεφτήκαμε κάτι διαφορετικό, αλλά νιώσαμε το ίδιο και αντιδράσαμε το ίδιο.
Κατεβήκαμε στην πορεία και φωνάξαμε συνθήματα τόσο για εκείνον που χάθηκε όσο και για εμάς που φοβόμαστε ότι θα χαθούμε σύντομα, αν δεν κάνουμε κάτι.
Ο δρόμος που περπατούσαμε κάθε μέρα υπηρετώντας το σύστημα, για να πάμε στη σχολή, στη δουλειά, στα μαγαζιά, μέσα σε μια μόνο νύχτα έγινε ο δρόμος που περπατούσαμε χτυπώντας το σύστημα, για να διαμαρτυρηθούμε, να καταγγείλουμε, να παλέψουμε, να ξεσπάσουμε.
Αυτός ο πυροβολισμός στα Εξάρχεια τρόμαξε την κοινωνία- την έκανε να δει τι συμβαίνει όταν πάψεις να παλεύεις και να διεκδικείς, την ξύπνησε έστω και λίγο απότομα. Η σφαίρα αυτή έκλεισε για πάντα τα μάτια του Αλέξανδρου, αλλά άνοιξε τα μάτια της κοινωνίας.
Αντίο, Αλέξανδρε.
Οταν σταμάτησε να χτυπά η καρδιά σου, άρχισε να κινείται η ελληνική κοινωνία.
Σε θυσιάσαμε, σε χρησιμοποιήσαμε, αλλά και σε αγαπήσαμε. Ευχαριστούμε και συγγνώμη.
www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artid=246200